Site icon Geopolitical Cyprus

Ο Ερντογάν παίζει τα ρέστα του

Advertisements

Η απόφαση του τουρκικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας, την περασμένη Πέμπτη, να προϊδεάσει για μια (την πέμπτη από το 2019) στρατιωτική επιχείρηση στη βορειοδυτική Συρία φαίνεται να ήταν καιρό προαποφασισμένη. Όχι μόνο μεταξύ του ίδιου του Τούρκου Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και των στενότερων συνεργατών του (Καλίν, Τσαβούσογλου), αλλά και μεταξύ μιας ομάδας Τούρκων ανώτατων στρατιωτικών, που στα πλαίσια του σκληρού παζαριού με το οποίο η Άγκυρα αποφάσισε να εμπλέξει την Δύση με φόντο την είσοδο της Σουηδίας και της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ, θεωρούν πως μια νέα επιχείρηση στη βορειοδυτική Συρία κατά των Κούρδων και θα ολοκληρώσει πτυχές ασφάλειας της χώρας αλλά θα οδηγήσει και σε ενίσχυση της θέσης της Τουρκίας στη τρέχουσα συγκυρία. Αντίληψη που όχι μόνο ασπάζεται ο Τούρκος Πρόεδρος αλλά και που εργαλειοποιεί σε μια περίοδο «φορτσαρίσματος» της προεκλογικής του περιόδου η οποία καθορίζεται από:

• Την τρέχουσα οικονομική κρίση στη χώρα που δείχνει να επιμένει τόσο υπό το βάρος των Σύρων προσφύγων όσο και των δεδομένων που στη παγκόσμια οικονομία επιφέρει ο συνεχιζόμενος πόλεμος στην Ουκρανία. 

• Την συνεχιζόμενη κρίση στις σχέσεις ΗΠΑ-Ουάσινγκτον το αποτύπωμα των οποίων έχει συγκεκριμένη διάσταση τόσο ως προς το ζήτημα των F-16/S-400 όσο και στο πως στη τρέχουσα συγκυρία η Άγκυρα επιλέγει να παίξει το διαπραγματευτικό χαρτί της διεύρυνσης του ΝΑΤΟ -λόγω των εξελίξεων που η Μόσχα έφερε στο προσκήνιο και

• Το εσωτερικό σκηνικό στη Τουρκία με το AKP του Ερντογάν να προσπαθεί να τορπιλίσει τις προσπάθειες της αντιπολίτευσης (με κύρια στόχευση τόσο στο CHP όσο και στο κόμμα ΙΥΙ της Μεράλ Ακσενέρ, με μια παράλληλη προσπάθεια «κατάργησης» του φιλοκουρδικού κόμματος HDP) και να συσπειρώσει τους υπερεθνικιστές εταίρους του στο MHP. 

Φυσικά στο εν λόγω σκηνικό τα αντιδυτικά-αντιαμερικανικά αντανακλαστικά ενός μεγάλου μέρους της τουρκικής κοινωνίας δείχνουν να εντάσσονται στην προσπάθεια αυτή του Ερντογάν μιας και η κατά μέτωπο επίθεση απέναντι στον Έλληνα πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη, όσο και το έντονο signalling της Άγκυρας για θερμό καλοκαίρι στην κυπριακή ΑΟΖ στοχεύουν -πέραν της εσωτερικής κατανάλωσης- κυρίως προς την κατεύθυνση της Ουάσινγκτον και της διακυβέρνησης Μπάιντεν, η οποία ακόμη δεν έχει επιδιώξει να συναντήσει τον Τούρκο Πρόεδρο. Ο εν λόγω αντιδυτικισμός φαίνεται να στοιχειοθετείται κι εντός των ψηφοφόρων του AKP. Όλες οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις στη Τουρκία όπως αυτή της Metropoll δείχνουν πως ένα μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του AKP (49.3%) και του MHP (47.4%) θεωρεί υπεύθυνες για την τρέχουσα οικονομική κρίση στη Τουρκία «τις ξένες δυνάμεις» ενώ και στον γενικό πληθυσμό η ίδια αόριστη αντίληψη περί ευθύνης «ξένων κύκλων» αγγίζει το 23.8% των πολιτών. Συνεπώς τόσο μια στρατιωτική επιχείρηση στη Συρία όσο και η διατήρηση υψηλής έντασης σε Αιγαίο (αμφισβήτηση κυριαρχίας νησιών, υπερπτήσεις, κοκ) και Κύπρο (πιθανή έκνομη γεώτρηση) όχι μόνο συσπειρώνουν περαιτέρω τους δυσαρεστημένους ψηφοφόρους του AKP των τελευταίων χρόνων αλλά -δυνητικά- προσθέτουν και νέους.

Μια νέα στρατιωτική επέμβαση της Τουρκίας εναντίον των κουρδικών δυνάμεων των SDF (Syria Democratic Forces) -που στηρίζονται από τις ΗΠΑ- στο βόρειο Χαλέπι (θύλακας Ταλ Ριφάτ) θα δημιουργούσε προϋποθέσεις συσπείρωσης των συντηρητικών στρωμάτων της τουρκικής κοινωνίας αλλά και την ευκαιρία στον Ερντογάν να ανακουφίσει περιοχές της Τουρκίας στις οποίες η υπερσυγκέντρωση Σύρων προσφύγων δημιουργεί ένα εκρηκτικό κοινωνικό μείγμα από το οποίο το AKP σημειώνει εκλογικές απώλειες.

Στόχος το Ταλ Ριφάτ

Στόχος όπως όλα δείχνουν της νέας στρατιωτικής επέμβασης της Τουρκίας στη Συρία θα είναι ο «θύλακας» του Tαλ Ριφάτ στο Bόρειο Χαλέπι, στρατηγικής σημασίας για την Τουρκία λόγω της παρουσίας των Κούρδων των SDF (Syria Democratic Forces). H εν λόγω περιοχή από το 2016 ελέγχεται από μέρος των SDF και μικτών δυνάμεων του καθεστώτος Άσαντ και της Ρωσίας. Ουσιαστικά το κατέλαβαν με την βοήθειά των τελευταίων μετά την ρωσική επέμβαση του 2015 στο Χαλέπι που οδήγησε στην ανάπτυξη δυνάμεων του Ισλαμικού Κράτους (ISIS) στη περιοχή. Για την Άγκυρα αυτό δημιούργησε την περίοδο 2016-2018 επιπλέον πίεση στο προσφυγικό μιας και πολλοί Σύροι εσωτερικά εκτοπισμένοι (IDPs, κυρίως από το Χαλέπι) που είχαν καταφύγει εκεί κατέληξαν στη χώρα -αριθμοί που πίεσαν περαιτέρω την διάσταση του προσφυγικού αλλά και που παρείχαν στις κουρδικές δυνάμεις ισχυρή παρουσία -σε διασυνοριακό επίπεδο- πέραν της περιοχής του Ευφράτη. Στη τρέχουσα συγκυρία η Τουρκία επιδιώκει να πιέσει τις ΗΠΑ που μετά την δημιουργία των SDF -με μικτό τρόπο μεταξύ Κούρδων και σουνιτικών φυλών της περιοχής- επιδίωξαν να δημιουργήσουν μια δύναμη εναντίον του ISIS με λιγότερο πολιτικό αποτύπωμα σε σχέση με την συγγενική του PKK οργάνωση PYD (στρατιωτικό σκέλος του οποίου είναι η YPG, το PKK της Συρίας με de facto ιδεολογικούς όρους). Κι επιπλέον εκμεταλλεύεται και το timing με την Ρωσία να μην εστιάζει σε αυτό το σημείο της Συρίας λόγω του Ουκρανικού.

Η Τουρκία με την ανακοίνωση της σύλληψης αλ Κουραϊσί -του νέου de facto ηγέτη του Ισλαμικού Κράτους- στη Κωνσταντινούπολη φλερτάρει με το αφήγημα του αξιόπιστου εταίρου της Δύσης –έναντι των Κούρδων μαχητών- κατά της ισλαμικής τρομοκρατίας ενώ παίζει και μια κάρτα επιπλέον διαπραγμάτευσης στο ζήτημα που έχει προκύψει με την Σουηδία (κυρίως) και την Φινλανδία στο ΝΑΤΟ λόγω πάλι του Κουρδικού. Το αν οι κινήσεις Ερντογάν στο διπλωματικό πεδίο θα επιτύχουν παραμένει ένα στοίχημα υψηλού ρίσκου (και μεγάλης απόδοσης) ξεχωριστό ωστόσο από την ίδια την στρατιωτική επιχείρηση -στην οποία η Τουρκία όπως και στις υπόλοιπες τέσσερις αλλά και όπως στη περίπτωση του βορείου Ιράκ δεν αντιμετώπισε ιδιαίτερα προβλήματα.

Και η Μεσόγειος

Κύπρος κι Ελλάδα μπορεί να μην εντάσσονται με τους ίδιους -στρατιωτικούς- όρους με το Κουρδικό στο νέο γύρο προβολής ισχύος κι εντάσεων που εγκαινιάζει ο Ερντογάν στη περιοχή ωστόσο αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εξίσωσης και της ρητορικής -με την περίπτωση της Ελλάδος να υπάρχει πάντα -θεωρητικά- και ο κίνδυνος στρατιωτικού stand-off όπως είδαμε στη περίπτωση του Αιγαίου το 2020.

To αν η ρητορική Ερντογάν αλλάξει μετά τις εκλογές στη Τουρκία μένει να διαφανεί ως προς τον διάλογο με την Αθήνα. Στη περίπτωση του Κυπριακού ωστόσο τα πράγματα φαίνονται πιο απομακρυσμένα και για μια σειρά ακόμη λόγων:

• Την στάση αναμονής της Τουρκίας ως προς τις εκλογές στη ΚΔ, πράγμα που σημαίνει πως ανεξαρτήτως του χρόνου διεξαγωγής των αντίστοιχων στη δική της περίπτωση (Ιούνιος 2023 ή νωρίτερα), ο Ερντογάν επιθυμεί να παραμείνει σε στάση «wait & see» όσον αφορά την ελληνοκυπριακή κοινότητα. 

• Την διάσταση της ενέργειας, που πέραν πιθανού νέου τετελεσμένου με γεώτρηση της ΤΡΑΟ επί της κυπριακής ΑΟΖ, έχει εργαλειοποιηθεί στα πλαίσια της νέας προσπάθειας για υιοθέτηση ΜΟΕ -που η Άγκυρα δεν απορρίπτει ακόμη επί του πρακτέου και τέλος

• Των ίδιων των δυναμικών πίεσης και επιβολής κοινωνικών και οικονομικών μετασχηματισμών εντός της τουρκοκυπριακής κοινότητας, διάσταση που η Τουρκία θέλει να ολοκληρώσει μέχρι να επιστρέψει -δυνητικά- σε μια νέα προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού. 

Ο Ερντογάν δείχνει να έχει πάρει, για τα καλά, το όπλο του. Να στοχεύει στην υψηλής συμβολικής (αλλά και πρακτικής) αξίας επανεκλογή του εντός 2023 αλλά και να έχει πάρει και υψηλά ρίσκα ως προς τις μελλοντικές του σχέσεις με την Δύση. Μένει να φανεί και πως τα πράγματα θα εξελιχθούν.

Του Γιάννη Ιωάννου

Το κείμενο δημοσιεύτηκε αρχικά στη “Καθημερινή”

Exit mobile version