Site icon Geopolitical Cyprus

GeoInsight: Στάνταρντ στοίχημα η συμπεριφορά Ερντογάν

epa10188285 Turkish President Recep Tayyip Erdogan (L) and Russian President Vladimir Putin (R) hold a bilateral meeting on the sidelines of the 22nd Shanghai Cooperation Organisation Heads of State Council (SCO-HSC) Summit, in Samarkand, Uzbekistan, 16 September 2022. The SCO is an international alliance founded in 2001 in Shanghai and composed of China, India, Kazakhstan, Kyrgyzstan, Russia, Pakistan, Tajikistan, Uzbekistan and four Observer States interested in acceding to full membership - Afghanistan, Belarus, Iran, and Mongolia. EPA-EFE/ALEXANDR DEMYANCHUK/SPUTNIK/KREMLIN POOL MANDATORY CREDIT

Advertisements

«Πιο εύκολα μπορεί να προβλέψει κανείς τη συμπεριφορά Ερντογάν μέχρι τις εκλογές του Ιουνίου 2023 παρά να κερδίσει σε στοίχημα στο Παγκόσμιο Κύπελλο»

Σε μεγάλο βαθμό προβλέψιμες είναι πλέον οι κινήσεις του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στην εξωτερική πολιτική. Εύκολο είναι επίσης να διακρίνει κανείς τη «φιλοσοφία» που βρίσκεται πίσω από τον τρόπο που ενεργεί. Για να επιτύχει αυτό που θεωρεί ως σημαντικότερο στρατηγικά (στην προκειμένη την επανεκλογή του), ο Ερντογάν ενεργοποιεί όλα τα διαθέσιμα διαπραγματευτικά χαρτιά του και συνδυάζει τέσσερα στοιχεία στη ρητορική, το αφήγημα και την πολιτική του: (α) το «καρότο», αυτά δηλαδή που έχει να προσφέρει προκειμένου να λάβει ανταλλάγματα. (β) Τις ευθύνες των άλλων απέναντι στην εθνική ασφάλεια της χώρας, με σκοπό να αφοπλίσει από ενστάσεις και να κερδίσει την ανοχή. (γ) Τη διαμερισματοποίηση, δηλαδή τη διαβεβαίωση ότι αυτές οι αντιθέσεις είναι περίπου κανονικές και οι όποιες αποκλίσεις ή διαφωνίες στη γεωπολιτική ατζέντα δεν θέτουν σε κίνδυνο τις διμερείς σχέσεις (π.χ. με τη Ρωσία και τις ΗΠΑ). Αυτό της επιτρέπει να συνεχίζει να παρουσιάζεται ως στρατηγικός και αξιόπιστος εταίρος. Και (δ) τη διασύνδεση του εσωτερικού επιπέδου με το διεθνές, επιθυμεί δηλαδή με τις κινήσεις του να έχει τόσο γεωπολιτικά οφέλη όσο και εσωτερικά (που αφορούν κυρίως την πολιτική του επιβίωση). Μπορεί, εξάλλου, να προσέξει κανείς ότι οι δυναμικές του εσωτερικού επιπέδου υποβοηθούν τις δυναμικές στην εξωτερική πολιτική και το αντίστροφο. [Για περισσότερα σχετικά με το σημείο (δ) βλ. Ζ. Τζιάρρας και Ν. Μούδουρος, Η Τουρκία στην Ανατολική Μεσόγειο, εκδ. Τουρίκη, 2016].

Το Κουρδικό, το Ιράκ και η Συρία

Ενδεικτικό είναι το πλέγμα των εξελίξεων και των δράσεων που αναπτύχθηκε, ακόμη μια φορά, γύρω από το Κουρδικό Ζήτημα, με αφορμή την πρόσφατη τρομοκρατική επίθεση στην Κωνσταντινούπολη. Επίθεση την ευθύνη της οποίας η κυβέρνηση έσπευσε να αποδώσει στο PKK και στα συριακά του παρακλάδια (YPG/PYD) εμπλέκοντας, επιπλέον, στην υπόθεση τις ΗΠΑ και την Ελλάδα. Ο τρόπος με τον οποίο εξελίχθηκε η επιχείρηση της εξιχνίασης, η ταχύτητα με την οποία βρέθηκε η ύποπτη τρομοκράτης, αλλά και το αφήγημα που αμέσως κατασκευάστηκε γύρω από την τρομοκρατική ενέργεια, άφησαν τουλάχιστον σοβαρές υποψίες περί κυβερνητικής προβοκάτσιας – όπως γράψαμε από την πρώτη στιγμή. Στόχος η δημιουργία μιας νέας κρίσης στο Κουρδικό (και τη Συρία).

Φυσικά για το ενδεχόμενο μιας νέας τουρκικής επέμβασης στη Συρία προειδοποιούμε εδώ και πάνω από ένα χρόνο (βλ. π.χ. εδώ και εδώ). Στο πλαίσιο της ανάγκης του Ερντογάν για επανεκλογή τον Ιούνιο του 2023, ήταν δεδομένο ότι θα επεδίωκε τη δημιουργία κρίσεων στο εσωτερικό και εξωτερικό της χώρας με στόχο, αφενός, τη συσπείρωση των εθνικιστικών-συντηρητικών ψήφων αλλά και τη διάσπαση της αντιπολίτευσης – ή την εξουδετέρωση ορισμένων αντιπολιτευτικών αφηγημάτων (βλ. σχετικές αναλύσεις εδώ και εδώ). Αφετέρου, οι δράσεις της Τουρκίας στο εξωτερικό και ειδικά στη Συρία και στο Ιράκ πρέπει σαφώς να αναλύονται και μέσα από το πρίσμα της αντιμετώπισης αυτού που αντιλαμβάνεται ως κουρδική απειλή, αλλά και των φιλοδοξιών της για αύξηση της επιρροής της στον μετα-οθωμανικό χώρο και όχι μόνον (βλ. αναλυτικά εδώ).

Πέρα από το πεδίο της Συρίας, όπου η άμεση επεμβατική της δράση ξεκινά από το 2016, από το 2019 μέχρι σήμερα έχει λάβει χώρα στο Ιράκ μια σειρά από στρατιωτικές επιχειρήσεις υπό την επιχειρησιακή ομπρέλα “Claw” (νύχι) κατά των θέσεων του PKK στο βόρειο Ιράκ. Από τον Απρίλιο του 2022 αυτές οι επιχειρήσεις έχουν ενταθεί σε χερσαίο επίπεδο και βρίσκονται σε εξέλιξη μέχρι και σήμερα. Ήταν περίπου την ίδια περίοδο που οι ελληνοτουρκικές σχέσεις υποτροπίασαν μετά από μια προσπάθεια ομαλοποίησης και διαλόγου που ακολούθησε την κρίση του καλοκαιριού του 2020. Και φυσικά δεν πρέπει να ξεχνάμε τις εξελίξεις που τρέχουν στην Κύπρο με την περαιτέρω παράνομη διάνοιξη των Βαρωσίων, τις τουρκικές διακηρύξεις για νέες παράνομες γεωτρήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ, το αδιάλλακτο αφήγημα περί δύο κρατών, αλλά και τις πρόσφατες παραβιάσεις στη νεκρή ζώνη. Ήταν εμφανές ότι ο Ερντογάν προσπαθούσε να δημιουργήσει ένταση σε τρία μέτωπα που είχαν σημασία για την εθνική ασφάλεια της χώρας.

Η στρατηγική της σύνθεσης

Η προσέγγιση του Ερντογάν φιλοδοξούσε (και φιλοδοξεί ακόμα) να καταφέρει τουλάχιστον τρία πράγματα: (α) να αυξήσει την εκλογική του δυναμική στη βάση ενός αυξανόμενου (και κατασκευασμένου) αισθήματος ανασφάλειας λόγω εξωτερικών απειλών παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως παράγοντα σταθερότητας, (β) να αναγκάσει την αντιπολίτευση να συνταχθεί μαζί του εφόσον τα εθνικιστικά κόμματα του αντι-ερντογανικού στρατοπέδου δεν μπορούν να διαφωνήσουν με την ανάγκη διαχείρισης της ελληνικής και κουρδικής απειλής (αν και έχουν καταφέρει να διαφοροποιηθούν τελευταίως), και (γ) να δημιουργήσει τέτοιες δυναμικές εντός της αντιπολίτευσης εξαιτίας του Κουρδικού που θα οδηγήσουν σε απόκλιση το φιλο-κουρδικό κόμμα HDP από τα υπόλοιπα κόμματα. Σχετικά με το τελευταίο, η εθνικιστική ρητορική κομμάτων όπως το Καλό Κόμμα, το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (σε λιγότερο βαθμό πλέον) και άλλων μικρότερων κομμάτων καθιστά πολύ δύσκολη τη συνεργασία του HDP με τον υπόλοιπο αντιπολιτευτικό συνασπισμό. Επιπλέον, το κυβερνητικό αφήγημα περί κουρδικής απειλής δίνει νέα προσχήματα (και νέα νομιμοποίηση) στην κυβέρνηση ώστε να προβεί στην περαιτέρω καταστολή του HDP με στόχο να το αποδυναμώσει, εάν είναι δυνατόν να το καταστήσει παράνομο, ενδυναμώνοντας έτσι τις εκλογικές προοπτικές του ΑΚΡ.

Μετά την τρομοκρατική επίθεση στην Κωνσταντινούπολη, αυτή η ερντογανική στρατηγική ενισχύεται ακόμα περισσότερο και διευρύνεται σε έναν «οικείο» χώρο για την Τουρκία – τη βόρεια Συρία. Εδώ και μέρες, ο τουρκικός στρατός βομβαρδίζει θέσεις των κουρδικών πολιτοφυλακών ως αντίποινα, σύμφωνα με την Άγκυρα, για την τρομοκρατική επίθεση. Ο ίδιος ο Ερντογάν έχει διαμηνύσει ότι μια χερσαία επιχείρηση είναι θέμα χρόνου και ότι η Τουρκία δεν χρειάζεται την άδεια του οποιουδήποτε για να προχωρήσει, εννοώντας κυρίως τις ΗΠΑ και τη Ρωσία. Τόσο η Ουάσιγκτον όσο και η Μόσχα δήλωσαν ότι αντιλαμβάνονται τις δικαιολογημένες ανησυχίες της Τουρκίας αλλά εξέφρασαν ανησυχίες για την πιθανότητα αποσταθεροποίησης της Συρίας στο ενδεχόμενο μιας νέας επέμβασης.

Ωστόσο ο Ερντογάν φαίνεται να τα παίζει όλα για όλα. Μια επέμβαση στη Συρία θα μπορούσε να είχε καταλυτικό ρόλο στην επανεκλογή του και την θέλει πάση θυσία. Γι’ αυτό τον λόγο προσπαθεί να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες που θα την επιτρέψουν, ακριβώς όπως έπραξε και τις προηγούμενες φορές. Πρόσφατα το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών εγκάλεσε τον Σουηδό πρέσβη στην Τουρκία με αφορμή κάποιες κουρδικές διαδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν στη Στοκχόλμη κατά του Ερντογάν. Και αυτό συνέβη μερικές μέρες μετά που το σουηδικό κοινοβούλιο ψήφισε συνταγματική μεταρρύθμιση για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της Τουρκίας αναφορικά με το νομικό πλαίσιο της αντι-τρομοκρατίας όπως αυτές προέκυψαν από το Μνημόνιο Τουρκίας-Σουηδίας-Φιλανδίας για την ένταξη των δύο τελευταίων στο ΝΑΤΟ. Ειρήσθω εν παρόδω, αυτή η εξέλιξη αποδομεί από μόνη της το αφήγημα όσων προσπαθούσαν να υποτιμήσουν το τι κατάφερε η Τουρκία μέσα από το εν λόγω Μνημόνιο – και το πόσο επικίνδυνη και ανατρεπτική έχει καταστεί η διπλωματία της. Είχαμε δε σημειώσει από νωρίς, ότι η άφρων διαχείριση των τουρκικών απαιτήσεων από μέρους της Δύσης θα καθιστούσε τη Φιλανδία και τη Σουηδία ομήρους των τουρκικών απαιτήσεων και εργαλεία νομιμοποίησης των νέων τουρκικών επιβουλών στη Συρία και το Κουρδικό γενικότερα. Όπως και έγινε, κρίνοντας εκ των υστέρων και εκ των πραγμάτων εφόσον ο Ερντογάν πιέζει τις δύο σκανδιναβικές χώρες για να νομιμοποιήσει το νέο κύμα καταστολής των Κούρδων.

Πλέον αυτού, ο Τούρκος Υπουργός Άμυνας, Χουλουσί Ακάρ, δήλωσε στις 22 Νοεμβρίου ότι το σύστημα S-400 που η Τουρκία προμηθεύτηκε από τη Ρωσία είναι έτοιμο να επιχειρήσει και θα χρησιμοποιηθεί εάν παραστεί ανάγκη. Σχεδόν ταυτόχρονα, ο Ερντογάν ανακοίνωνε μια επικείμενη επέμβαση στη Συρία αλλά και τη διάθεσή του να συναντηθεί με τον Μπασάρ αλ Άσαντ πριν τις τουρκικές εκλογές του 2023. Όμως τα μηνύματα που στέλνει ο Ερντογάν σε αυτή τη συγκυρία δεν είναι μόνο αυτά αφού αφενός κατηγορεί τη Ρωσία για την εισβολή στην Ουκρανία και, αφετέρου, για την αποτυχία της να υλοποιήσει τη συμφωνία του Σότσι (2018) και να απομακρύνει τους μαχητές του YPG από την τουρκο-συριακή μεθόριο. Ολόκληρο το αφήγημα της Άγκυρας συνδυάζει τη διαβεβαίωση των καλών σχέσεων Τουρκίας-Ρωσίας (βλ. S-400 και Άσαντ), ενώ ταυτόχρονα αναζητά προσχήματα (και νομιμοποίηση) για την τουρκική επεμβατικότητα. [Περισσότερα για το πως λειτουργούν συνδιαστικά αυτές οι πτυχές στην τουρκική εξωτερική πολιτική βλ. το υπό δημοσίευση βιβλίο, Ζ. Τζιάρρας και Ν. Μούδουρος, Η Τουρκία ως Τρίτος Πόλος στη Νέα Διεθνή Τάξη, εκδ. Παπαζήση].

Φυσικά όλα αυτά έλαβαν χώρα και στο πλαίσιο της περιρρέουσας ατμόσφαιρας που επικρατούσε για τη συνάντηση της Αστάνα (23 Νοεμβρίου). Με άλλα λόγια αυτό το διάστημα ο Ερντογάν λειτουργούσε στην εξωτερική πολιτική με το βλέμμα και σε αυτή τη διπλωματική διαδικασία. Τα συμπεράσματα της Αστανά αντιτάσσονται στις όποιες αποσχιστικές τάσεις στη Συρία, υποστηρίζουν την εδαφική ενότητα της χώρας, τάσσονται κατά της τρομοκρατίας και επιβεβαιώνουν τις προσπάθειες για την εφαρμογή των προηγούμενων συμφωνιών στο Ίντλιπ. Εδώ, η εποικοδομητική ασάφεια αφενός αποτρέπει την Τουρκία να προβεί σε νέα επέμβαση αλλά αφετέρου αναγνωρίζει τις ανησυχίες της που προκύπτουν από την τρομοκρατία και άρα μπορεί να λειτουργήσει επιτρεπτικά για μια νέα επιχείρηση, όπως και στο παρελθόν. Εξάλλου η Άγκυρα έχει ήδη προσφέρει τα ανταλλάγματα. Και δεν είναι καθόλου απίθανο να δούμε παρόμοιες κινήσεις κατά των Κούρδων (κυρίως εντός του Ιράκ) και από το Ιράν οι οποίες θα μπορούσαν να προσφέρουν περαιτέρω νομιμοποίηση στο εγχείρημα της Τουρκίας. Στον αντίποδα, οι αντιδράσεις της Δύσης δεν φαίνεται να πτοούν ιδιαίτερα τον Ερντογάν. Και αυτό μπορεί να λέει κάτι για τους μοχλούς πίεσης που διατηρεί (ή όχι) η Ουάσιγκτον επί της Άγκυρας, την εσωτερική κατάσταση στις ΗΠΑ, αλλά και τους ευρύτερους περιορισμούς που αναδύθηκαν τα τελευταία χρόνια στην αμερικανική εξωτερική πολιτική.

Εν κατακλείδι

Εν κατακλείδι, μπορεί κανείς να παρατηρήσει την περιπλοκότητα και πολυπλοκότητα της τουρκικής εσωτερικής-εξωτερικής πολιτικής, την κρισιμότητα που αποδίδει ο Ερντογάν στις επερχόμενες εκλογές, αλλά και την προβλεψιμότητα των τουρκικών κινήσεων. Πρόκειται για έναν υπαρξιακό και μεταφυσικό σχεδόν στόχο για τον ίδιο, εξου και δεν πρόκειται να αφήσει το οτιδήποτε στην τύχη. Αυτό σημαίνει ότι, πράγματι, η πορεία μέχρι τις τουρκικές εκλογές του 2023, αν και προβλέψιμη, διαγράφεται δύσκολη για τον ίδιο τον τουρκικό λαό, για τη σταθερότητα της Μέσης Ανατολή και Ανατολικής Μεσογείου, αλλά και για τις διεθνείς ισορροπίες. Και όμως παρά την ανατρεπτική συμπεριφορά της, η Τουρκία δεν αποκλείεται να κερδίσει για άλλη μια φορά την ανοχή των μεγάλων δυνάμεων οι οποίες πλέον εξυπηρετούνται με διάφορους τρόπους από την ίδια την Άγκυρα την οποία, κατά τα άλλα, προσπαθούν να διαχειριστούν και να συγκρατήσουν. Με αυτά υπόψη, πρέπει να υπάρχει εγρήγορση σε όλα τα επίπεδα, μεταξύ άλλων και στον ελληνικό χώρο.

Του Ζήνωνα Τζιάρρα

Exit mobile version