Θυμάμαι από την εποχή των πτυχιακών μου σπουδών (2006-2010), την έντονη συζήτηση για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν που ήταν τότε συχνά στην επικαιρότητα, λόγω και των προσπαθειών του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών να βάλει τέλος σε αυτό και τις σκέψεις για σχετικές κυρώσεις. Την ίδια περίοδο ξέσπασε ο πόλεμος της Γάζας (2008-2009) που ενίσχυσε τις περιφερειακές εντάσεις, ενώ το 2006 είχε λάβει χώρα ο πόλεμος Ισραήλ-Λιβάνου.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ένα από τα μόνιμα debates μεταξύ μας, των επίδοξων διεθνολόγων, ήταν κατά πόσο ένας πόλεμος Ισραήλ-Ιράν ήταν προ των θυρών και ποιο από τα δύο κράτη θα κέρδιζε σε ένα τέτοιο σενάριο. Το τότε αδιανόητο – για πλειάδα λόγων – σενάριο, σήμερα φαντάζει πολύ πιο αληθοφανές. Βέβαια θα μπορούσε δικαίως κάποιος να στηρίξει ότι αυτός ο πόλεμος υφίσταται εδώ και χρόνια με έμμεσους τρόπους.
Όμως η χθεσινοβραδινή επίθεση του Ιράν ήταν πρωτοφανής, καθώς σηματοδότησε την πρώτη άμεση, και μεγάλου πυρός, επίθεση εναντίον του Ισραήλ. Το Ιράν κινητοποίησε περί τα 300 drones και πυραύλους τα οποία καταρίφθηκαν με 99% περίπου επιτυχία από ισραηλινές, αμερικανικές, βρετανικές, ιορδανικές και σαουδικές δυνάμεις.
Η επίθεση ήταν αποτυχημένη και έγινε εξ ανάγκης. Ωστόσο δημιουργεί ένα πολύ επικίνδυνο προηγούμενο και επιβεβαιώνει, κατά την άποψή μου, τη δομική αλλαγή που επισυμβαίνει στη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή (τη γνωστή κάποτε και ως Αραβο-Ισραηλινή σύγκρουση).
Γιατί η επίθεση έγινε εξ ανάγκης; Όπως επανέλαβα αρκετές φορές από τότε που ξεκίνησε ο πόλεμος τον Οκτώβριο του 2023, δεδομένης της κλίμακας της ισραηλινής επίθεσης στη Γάζα, η αραβική ακόμα και η σιιτική αντίδραση υπήρξε μάλλον χλιαρή. Και αυτό οφειλόταν αφενός στην περιφερειακή αρχιτεκτονική που οικοδομήθηκε ιδιαίτερα από τις Συμφωνίες του Αβραάμ και μετά, και αφετέρου εξαιτίας της μεγάλης αμερικανικής δύναμης αποτροπής που κινητοποιήθηκε με σαφή πρόθεση να εγγυηθεί την ασφάλεια του Ισραήλ.
Μπορεί διάφορες σιιτικές ομάδες και ιδιαίτερα η Χεζμπολάχ του Λιβάνου να έχουν αντιδράσει και να συμμετέχουν σε εχθροπραξίες κατά του Ισραήλ ή κατά των δυτικών και άλλων συμμάχων. Όμως αυτές οι αντιδράσεις είναι πολύ μικρής κλίμακας σε σχέση με τις επιχειρήσεις στη Γάζα, αναποτελεσματικές και φαίνονται μάλλον ως δηλώσεις ένστασης παρά ως προσπάθειες πρόκλησης πραγματικού κόστους στο Ισραήλ.
Δεδομένου λοιπόν ότι η κατάσταση στη Γάζα είχε/έχει ξεφύγει, ότι η κυβέρνηση Νετανιάχου φαίνεται ασταμάτητη και ούτε οι Αμερικανοί έχουν παρουσιαστεί ιδιαίτερα πετυχημένοι στην προσπάθειά τους να δώσουν ένα τέλος, η επίθεση του Ισραήλ κατά του ιρανικού προξενείου στη Δαμασκό που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο σημαντικών στελεχών των Φρουρών της Επανάστασης (του Ιράν) ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.
Στον απόηχο της εν λόγω επίθεσης είχε αναπτυχθεί μάλιστα σε διεθνή μέσα μια παραφιλολογία που παρουσίαζε το Ιράν ως αδύναμο και απρόθυμο να απαντήσει με αντίποινα. Το προηγούμενο της εκτέλεσης του Κασίμ Σολεϊμανί στο Ιράκ (2020) από τους Αμερικανούς και η σχετικά περιορισμένη αντίδραση του Ιράν, θεωρήθηκαν ως ενδεικτικά των προθέσεων και δυνατοτήτων του Ιράν. Έτσι το Ιράν αναγκάστηκε να εξαπολύσει αυτή την επίθεση για να διασώσει το γόητρό του, να αποκαταστήσει την αξιοπιστία του, να ικανοποιήσει την εσωτερική (και όχι μόνο) κοινή γνώμη, και να σπάσει το ταμπού «δοκιμάζοντας τα νερά» μιας κατευθείαν αντιπαράθεσης με το Ισραήλ. Ως πιο γενικό σχόλιο αξίζει να αναφέρουμε ότι οι δυναμικές του διεθνούς συστήματος που χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη ρευστότητα (τόσο στον απόηχο του Ουκρανικού όσο και του Παλαιστινιακού) και κρατούν απασχολημένες τις μεγάλες δυνάμεις, παρουσιάζουν και ένα δέλεαρ σε επίδοξες αναθεωρητικές δυνάμεις (μεταξύ των οποίων και το Ιράν): να πάρουν ρίσκα και να σπρώξουν τα όρια προσπαθώντας να διασφαλίσουν πιο κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση της γεωπολιτικής τάξης.
Όπως ανέφερα, παρά την αποτυχία της, η ιρανική επίθεση επισφραγίζει την αλλαγή της συγκρουσιακής δομής στη Μέση Ανατολή (conflict structure ή conflict setting). Για τον πολύ απλό λόγο ότι πλέον το Ιράν φανερώνεται (φανερώνει τον εαυτό του) ως τον κεντρικό παίκτη πίσω από τις λοιπές δυνάμεις που έχουν ως στόχο την καταστροφή του Ισραήλ. Βέβαια, λέω ότι «επισφραγίζει» την αλλαγή, διότι όλο αυτό ξεκίνησε κυρίως από την άνευ προηγουμένου και εν πολλοίς αδικαιολόγητη [σσ. έτσι όπως εξελίχθηκε] επιχείρηση του Ισραήλ στη Γάζα με αποτέλεσμα τη σφαγή χιλιάδων αμάχων και το μεγάλο ερωτηματικό για το ποια θα είναι η επόμενη μέρα – στη Γάζα, στις παλαιστινιακές περιοχές ευρύτερα, και στη Μέση Ανατολή.
Επιπλέον δημιουργείται ένα νέο και πολύ επικίνδυνο προηγούμενο. Η Χεζμπολάχ δεν είναι πλέον ο μόνο παίκτης που έχει αρκετή ισχύ να σταθεί με συμβατικούς-στρατιωτικούς όρους απέναντι στο Ισραήλ. Στο παιχνίδι έχει μπει και το Ιράν. Και εάν η πρώτη άμεση επίθεση έχει γίνει, οι φραγμοί για μια δεύτερη είναι πλέον πολύ μειωμένοι. Εκτός τούτου, δημιουργείται το πλαίσιο ανταλλαγής πυρών (με drones ή πυραύλους) μεταξύ όχι μόνον Ισραήλ-Χαμάς, Ισραήλ-Χεζμπολάχ αλλά και Ισραήλ-Ιράν. Που εκ των πραγμάτων αυξάνει το ρίσκο γενικευμένου πολέμου. Τέλος, ως προς τη δομική αλλαγή της σύγκρουσης, φαίνεται ότι το Ιράν αναλαμβάνει κομβικό ρόλο στο αντι-ισραηλινό και φιλο-παλαιστινιακό στρατόπεδο καθώς ένα μεγάλο μέρος του Αραβικού Κόσμου έχει απωλέσει αυτό τον ρόλο στηρίζοντας το Ισραήλ ή είναι απρόθυμο να πάρει πιο ενεργό ρόλο στη σύγκρουση. Δημιουργείται έτσι ένας χώρος για έναν ρόλο που και η Τουρκία θα ήθελε να παίξει αλλά για αντικειμενικούς λόγους δεν μπορεί.
Έχοντας πει όλα αυτά, θα μπορούσε κανείς να πει πως το Ιράν διέπραξε ένα στρατηγικό λάθος παίρνοντας αυτή την απόφαση. Πρώτον, το Ιράν απέτυχε να δημιουργήσει το οποιοδήποτε πραγματικό κόστος στο Ισραήλ. Δεύτερον, απέδειξε μάλλον την τεχνολογική και στρατιωτική υπεροχή του Ισραήλ. Τρίτον, με αυτή του την κίνηση κατάφερε να συσπειρώσει δυνάμεις που δεν θα ανέμενε κανείς ότι θα συνεργάζονταν σε αυτό το επίπεδο. Ιδιαίτερη αίσθηση έκανε η αναφερόμενη συμμετοχή της Σαουδικής Αραβίας στην κατάρριψη των ιρανικών πυραύλων/drones. Πέμπτο, έδωσε την ευκαιρία σε αριθμό κρατών να κάνουν επίδειξη της ικανότητάς τους για συντονισμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις, αποκαλύπτοντας παράλληλα τη μεγάλη στρατηγική αξία που αποδίδεται στο Ισραήλ – παρά τις διπλωματικές και άλλες εντάσεις μεταξύ του Ισραήλ, της Δύσης και άλλων αραβικών κρατών. Τέλος, το Ιράν κατάφερε με αυτό τον τρόπο να αποπροσανατολίσει την διεθνή κοινότητα από την τραγωδία των Παλαιστινίων και να στρέψει την οργή όλων εναντίον του.
Πρέπει επίσης να πούμε ότι η ιρανική επίθεση έλαβε χώρα μέσα σε ένα πλαίσιο που φαινόταν σχεδόν σχεδιασμένο στη λογική της κλιμάκωσης-για-αποκλιμάκωση. Πρωτοφανής η επίθεση και μεγάλος ο όγκος πυρός, αλλά οι πληροφορίες που διέρρεαν από τους Αμερικανούς πριν από την επίθεση ήταν συνεχείς και εξαιρετικά ακριβείς. Το δε Ιράν είχε ουσιαστικά προαναγγείλει την επίθεση, και ο χρόνος που χρειάστηκαν τα drones και οι πύραυλοι να φτάσουν στο Ισραήλ έδωσε περισσότερο από αρκετό χρόνο να συντονιστούν οι επιχειρήσεις κατάρριψης. Αμέσως μετά την επίθεση το Ιράν ανακοίνωσε πως θεωρεί το θέμα λήξαν και ο Μπάιντεν δήλωσε πως θα ακολουθήσει συντονισμένη διπλωματική δράση, προσπαθώντας να στείλει το μήνυμα της στρατιωτικής αποκλιμάκωσης.
Κι όμως, ο «άγνωστος Χ» παραμένει η κυβέρνηση Νετανιάχου στο «γήπεδο» της οποίας είναι τώρα η «μπάλα». Κανείς δεν θέλει περαίτέρω κλιμάκωση εκτός, φαίνεται, από την ισραηλινή κυβέρνηση, με ισραηλινούς αξιωματούχους να δηλώνουν ότι στην επίθεση του Ιράν θα υπάρξει «σημαντική και ισχυρή αντίδραση σε διαστάσεις που θα είναι άνευ προηγουμένου». Είναι λοιπόν δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι η υπόθεση θα τελειώσει εδώ. Ενδέχεται βέβαια το Ισραήλ να επιλέξει να χτυπήσει στόχους που δεν βρίσκονται στο Ιράν αλλά στον Λίβανο, τη Συρία και αλλού σε μια προσπάθεια να διασώσει το γόητρό του χωρίς να επιτρέψει νέα αντίποινα. Και αυτό όμως κρίνεται δύσκολο καθώς πιθανότερο είναι να αναζητήσει επιλογή που να είναι ανάλογη της ιρανικής επίθεσης. Και η πραγματικότητα είναι πως το Ιράν άνοιξε τον δρόμο για το ποια μπορεί να είναι αυτή η επιλογή.
Επιστρέφοντας στο debate των φοιτητικών μου χρόνων, θα κλείσω λέγοντας ότι ενώ το Ισραήλ έχει στρατιωτική και τεχνολογική υπεροχή, και ενώ έχει τη στήριξη της Δύσης και όχι μόνο, ένας πόλεμος με το Ιράν δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα που έχουμε είναι ο χωρίς ιδιαίτερη έκβαση πόλεμος Ιράν-Ιράκ του 1980-1988. Όσο κι αν οι πύραυλοι του Ισραήλ και των λοιπών συμμάχων καταφέρουν να χτυπήσουν το Ιράν δημιουργώντας μεγάλο κόστος, το Ιράν είναι από γεωμορφολογικής άποψης ένα φυσικό φρούριο το οποίο είναι σχεδόν αδύνατον να κατακτηθεί με χερσαίες δυνάμεις. Προσθέτοντας σε αυτά την πιθανότητα ύπαρξης πυρηνικών όπλων, καθίσταται σαφές ότι και το ίδιο το Ισραήλ αντιλαμβάνεται το μεγάλο ρίσκο της αποκλιμάκωσης. Σαφώς το αντιλαμβάνονται και οι Αμερικανοί που από το 1979 προσπαθούν συστηματικά με έμμεσους τρόπους – κυρώσεις, πλήγματα σε αντιπροσώπους, κτλ. – να πλήξουν και να αποδυναμώσουν το θεοκρατικό καθεστώς. Εντούτοις, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η κυβέρνηση του Ισραήλ παρουσιάζεται ως ένας δρων με περιορισμένη τη δυνατότητα ορθολογικών υπολογισμών εξαιτίας των προσωπικών αναγκών πολιτικής επιβίωσης του Νετανιάχου. Και μετά την επίθεση του Ιράν, τα πράγματα έχουν γίνει ακόμα πιο δύσκολα.
Tου Ζήνωνα Τζιάρρα

