Με αφορμή την πρόσφατη συζήτηση για τους δημόσιους εορτασμούς των Σύρων στην Κύπρο και ανά την Ευρώπη για το κλείσιμο ενός έτους από την ανατροπή του Μπασάρ αλ Άσαντ στη Συρία και τη λήξη της 53ετούς δυναστείας των Άσαντ, το ζήτημα της (παράτυπης) μετανάστευσης έγινε ξανά αντικείμενο πολιτικού διαλόγου και λαϊκισμού (βλ. εδώ για μια σχετική έρευνα γνώμης στην Κύπρο και την Ευρώπη). Σε ιδιωτική συζήτηση που είχα με συνάδελφο, μοιράστηκα κάποιες σκέψεις σε σχέση με το από πού πηγάζουν αυτά τα φαινόμενα, τις οποίες και αποφάσισα να επεκτείνω μερικώς εδώ μέσα από ένα κατά το δυνατόν επιστημονικό φακό. Γνωρίζοντας, ωστόσο, ότι το ζήτημα είναι ανεξάντλητο και κάθε σύντομη απόπειρα ανάλυσής του είναι εξ ορισμού ελλιπής.
Σε κάθε περίπτωση, κάθε φορά που η μετανάστευση ανακύπτει ως ζήτημα της επικαιρότητας, επανεμφανίζονται – φυσιολογικά θα έλεγε κανείς – οι ίδιες ανησυχίες σχετικά με τη δημογραφική και πολιτισμική αλλοίωση, τη θρησκευτική απειλή κτλ. Συνήθως αυτές οι αγωνίες εξηγούνται με όρους οικονομικού ανταγωνισμού, ασφάλειας ή κοινωνικής συνοχής. Όμως, χωρίς να την ακυρώνω βεβαίως, θεωρώ ότι αυτή η ερμηνεία παραμένει κάπως επιφανειακή. Κάτω από αυτούς τους φόβους φαίνεται να κρύβεται κάτι βαθύτερο και πιο ανησυχητικό – μια κρίση ταυτότητας που πηγάζει από οντολογική ανασφάλεια.
Με απλά λόγια, η οντολογική ασφάλεια αναφέρεται σε ένα σταθερό αίσθημα του ποιοι είμαστε και πώς ανήκουμε στον κόσμο. Όταν αυτή η σταθερότητα διαβρώνεται, τον χώρο της καταλαμβάνει ο φόβος. Αυτό που υποστηρίζω είναι ότι μεγάλο μέρος της σύγχρονης ανησυχίας γύρω από τη μετανάστευση δεν πηγάζει τόσο από τους ίδιους τους μετανάστες, αλλά από εθνικές, πολιτισμικές και θρησκευτικές ταυτότητες που δεν έχουν πλήρως εσωτερικευθεί, ταυτότητες που λειτουργούν περισσότερο ως εξωτερικά καταφύγια. Και οι ταυτότητες που συγκροτούνται με αυτόν τον τρόπο είναι εγγενώς εύθραυστες. Η θεώρηση αυτή εδράζεται σε κοινωνιολογικές και (κοινωνικο)ψυχολογικές θεωρίες, ενώ υπάρχουν και κάποια στοιχεία δικών μου υποθέσεων που όμως επιβεβαιώνονται και από τη σχετική βιβλιογραφία.
Η ταυτότητα ως εξωτερικό καταφύγιο
Ιδανικά, η ταυτότητα είναι κάτι που φέρουμε μέσα μας – είναι εύκαμπτη, ανθεκτική, ικανή να απορροφά την αλλαγή. Όταν η ταυτότητα έχει εσωτερικευθεί, δηλαδή βιώνεται ως προσωπική αλήθεια σε επίπεδο πεποίθησης και πρακτικής, η πολιτισμική διαφορά δεν βιώνεται ως υπαρξιακή απειλή. Μπορεί κανείς να διαφωνεί, να προσαρμόζεται ή να συνυπάρχει με το διαφορετικό χωρίς να αισθάνεται ότι απειλείται ο ίδιος του ο εαυτός. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο «άλλος», ο «διαφορετικός» δεν απειλεί το ποιοι «είμαστε». Όμως πολλές ταυτότητες σήμερα δεν λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο, δηλαδή δεν εσωτερικεύονται – δεν γίνονται πραγματική κτήση. Αντιθέτως, λειτουργούν ως εξωτερικά καταφύγια, ως κοινωνικές δομές ή ομάδες που προσφέρουν καταφυγή απέναντι στην αβεβαιότητα. Η εθνική ομάδα, η θρησκευτική ευσέβεια ή η πολιτισμική παράδοση μετατρέπονται σε εξωτερικές δομές που δημιουργούν το αίσθημα του ανήκειν και πλαισιώνουν ή στηρίζουν το άτομο. Προσφέρουν βεβαιότητα/ασφάλεια, δομή και συνέχεια – αλλά μόνο όσο ο κόσμος γύρω τους παραμένει στη σφαίρα του τι μπορεί να ελεγχθεί, όσο βρίσκεται στα γνωστά-οικεία πλαίσια. Κάπου εδώ εντοπίζεται και το πρόβλημα.
Όταν η ταυτότητα εξαρτάται από εξωτερική επιβεβαίωση – από την εθνική/δημογραφική υπεροχή, την ομοιογένεια ή τα οικεία πλαίσια κανόνων, παραδόσεων, ηθών και εθίμων – κάθε ανεξέλεγκτος παράγοντας βιώνεται ως απειλή. Η μετανάστευση, ειδικότερα, γίνεται ιδανικό έναυσμα. Είναι ορατή, διαρκής και συνδεδεμένη με ευρύτερες διεργασίες όπως η παγκοσμιοποίηση και η κοσμικότητα (ή η απειλή προς αυτή). Με τις διαστάσεις που έχει πάρει την τελευταία δεκαετία, εισάγει διαφοροποιήσεις με τρόπους που δεν μπορούν εύκολα να περιοριστούν ή να αντιστραφούν.
Όταν η ταυτότητα είναι εύθραυστη (δλδ. εξωγενώς προσδιορισμένη), η διαφορετικότητα εκλαμβάνεται ως διάβρωση και απειλή του εαυτού.
Ο κοινωνιολόγος Anthony Giddens περιέγραψε την οντολογική ασφάλεια ως την εμπιστοσύνη που έχουν οι άνθρωποι στη συνέχιση/επιβίωση του προσωπικού τους αφηγήματος και του κοινωνικού τους περιβάλλοντος. Όταν αυτή η εμπιστοσύνη καταρρέει, οι άνθρωποι δεν αισθάνονται απλώς ανήσυχοι – αισθάνονται αποσταθεροποιημένοι. Τις τελευταίες δεκαετίες, η ταχεία κοινωνική αλλαγή έχει κλονίσει πολλά από τα αφηγήματα πάνω στα οποία βασίζονταν οι άνθρωποι για να κατανοήσουν τη θέση τους στον κόσμο, τις συμπαγείς εθνικές ταυτότητες, τις σαφείς πολιτισμικές δομές, τα κοινά πλαίσια ηθών κτλ. Η μετανάστευση εισέρχεται σε αυτό το ήδη εύθραυστο τοπίο όχι ακριβώς ως η αιτία της ανασφάλειας, αλλά ως ένα στοιχείο που την πυροδοτεί. Αυτό εξηγεί γιατί οι φόβοι για τους μετανάστες είναι συχνά δυσανάλογοι σε σχέση με την πραγματικότητα. Η έρευνα δείχνει σταθερά ότι η μετανάστευση δεν αυξάνει ουσιωδώς την εγκληματικότητα, ενώ συχνά συμβάλλει θετικά στην οικονομία. Κι όμως, ο φόβος παραμένει. Διότι δεν είναι εμπειρικός (δεν βασίζεται σε πραγματικά δεδομένα) – είναι υπαρξιακός, συναισθηματικός, οντολογικός. Η ψυχολογική έρευνα το επιβεβαιώνει. Όταν οι άνθρωποι νιώθουν ότι απειλείται το νόημα ή η συνέχιση της ζωής τους, προσκολλώνται πιο έντονα σε άκαμπτες συλλογικές ταυτότητες και γίνονται πιο εχθρικοί προς τους «άλλους». Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν η ταυτότητα βασίζεται σε σαφή όρια ανάμεσα στο «εμείς» και το «αυτοί». Σε αυτό το πλαίσιο, οι μετανάστες δεν γίνονται αντιληπτοί ως άνθρωποι, αλλά ως αυτοί που διαταράσσουν και ανατρέπουν μια ήδη εύθραυστη τάξη πραγμάτων.
Το πρόβλημα είναι ότι η υπεράσπιση των ταυτοτήτων που στηρίζονται σε εξωτερικά καταφύγια σπάνια αποκαθιστά την ασφάλεια και το αίσθημα της ασφάλειας. Όσο περισσότερο ενισχύονται τα όρια, τόσο πιο εύθραυστα καθίστανται. Οι πρακτικές αποκλεισμού, επικράτησης ή επιβολής της ομοιογένειας μπορεί να προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση, αλλά τελικά ενισχύουν την πεποίθηση ότι η ταυτότητα μπορεί να επιβιώσει μόνο μέσω του ελέγχου. Γι’ αυτό οι συζητήσεις για τη μετανάστευση συχνά εκτρέπονται σε πανικό ή σε ρητορική περί «πολιτισμικής σύγκρουσης». Ο πλουραλισμός δεν παρουσιάζεται ως συνύπαρξη, αλλά ως αφανισμός. Η θρησκεία γίνεται κάτι που πρέπει να προστατευθεί από κάποια «μόλυνση» αντί κάτι που οι άνθρωποι βιώνουν προσωπικά ή συλλογικά με αυτοπεποίθηση. Με άλλα λόγια, η (εθνική) ταυτότητα μετατρέπεται σε παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος – η ύπαρξη του ενός είναι κόστος για τον άλλο και αντίστροφα.
Παραδόξως, οι άνθρωποι με ασφαλείς ταυτότητες – εκείνοι που αισθάνονται θεμελιωμένοι στο ποιοι είναι, που έχουν εσωτερικεύσει την ταυτότητά τους – είναι συχνά πολύ πιο άνετοι με τη διαφορετικότητα. Δεν βιώνουν τη διαφορετικότητα ως απειλή, διότι η αίσθηση του εαυτού τους – του ποιοι είναι – δεν εξαρτάται από την απουσία της διαφορετικότητας ή από την ενίσχυση άλλων ταυτοτήτων.
Βέβαια, όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι οι οικονομικές ανησυχίες ή οι πολιτικοί ανταγωνισμοί εξουσίας δεν έχουν σημασία. Η υλική ανασφάλεια μπορεί πράγματι να εντείνει την υπαρξιακή ανασφάλεια, και ο φόβος απώλειας της κυριότητας ή του ελέγχου είναι υπαρκτός. Ακόμα όμως και αυτός ο φόβος προϋποθέτει μια ταυτότητα που εξαρτάται από εξωτερικές δομές για να υπάρξει και να επιβιώσει. Το βαθύτερο πρόβλημα παραμένει το ίδιο: όταν η ταυτότητα δεν μπορεί να σταθεί από μόνη της, εσωτερικευμένα, το άτομο ή η ομάδα χρειάζεται να υπεραμύνεται αυτής διαρκώς. Ούτε υπονοούν τα παραπάνω ότι η ταυτότητα είναι ποτέ απολύτως εσωτερική. Όλες οι ταυτότητες είναι σχεσιακές. Απαιτούν αναγνώριση και κοινή αντίληψη νοημάτων. Η διαφορά βρίσκεται στον βαθμό. Οι ασφαλείς ταυτότητες είναι πορώδεις και προσαρμοστικές, οι ανασφαλείς είναι άκαμπτες και εύθραυστες.
Όταν ο φόβος δεν είναι παράλογος
Μέχρι εδώ εστίασα στο πώς ο φόβος απέναντι στη μετανάστευση συχνά τροφοδοτείται από κάποια οντολογική ανασφάλεια – από ταυτότητες που στηρίζονται σε εξωτερική σταθερότητα και, ως εκ τούτου, βιώνουν την αλλαγή ως απειλή. Θα ήταν όμως ανακριβές να υποστηριχθεί ότι κάθε ανησυχία σχετικά με τη δημογραφική αλλαγή είναι παράλογη ή απλώς ψυχολογική. Ορισμένοι φόβοι εδράζονται σε εύλογες πολιτικές ανησυχίες, και η αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας είναι απαραίτητη αν επιδιώκουμε έναν ειλικρινή διάλογο και όχι την απαξίωση. Στην βάση της, η δημογραφία έχει όντως σημασία. Τα πολιτικά συστήματα διαμορφώνονται από τους πολίτες μιας πολιτείας και, σε βάθος χρόνου, οι αλλαγές στη σύνθεση ενός πληθυσμού μπορούν να επηρεάσουν εκλογικά αποτελέσματα, δημόσιες πολιτικές, ακόμη και τη συνταγματική τάξη. Θρησκευτικές πλειοψηφίες και μειονότητες έχουν ιστορικά επηρεάσει τη νομοθεσία σε τομείς όπως η εκπαίδευση, το οικογενειακό δίκαιο και τον δημόσιο ρόλο της θρησκείας, μολονότι κυρίως σε περιβάλλοντα εθνοτικών ή άλλων συγκρούσεων και ανταγωνισμών. Επίσης, οι γλωσσικές και πολιτισμικές μεταβολές μπορούν να επιδράσουν στον δημόσιο βίο, στους θεσμούς και στα εθνικά αφηγήματα.
Η εύλογη ανησυχία, λοιπόν, δεν είναι η ύπαρξη των μεταναστών καθαυτή, αλλά το ενδεχόμενο μια μεγάλη και διαρκής δημογραφική μεταβολή να μετασχηματίσει μακροπρόθεσμα τον πολιτικό χαρακτήρα μιας κοινωνίας. Είναι λοιπόν θεμιτό να αναρωτηθούμε κατά πόσο τα φιλελεύθερα πρότυπα, οι συνταγματικοί περιορισμοί ή οι πολιτειακές παραδόσεις μπορούν να αντέξουν τέτοιες δημογραφικές αλλαγές, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου η εμπιστοσύνη στους θεσμούς είναι ήδη εύθραυστη. Εντούτοις, το κρίσιμο σημείο είναι το πώς πλαισιώνεται αυτή η ανησυχία.
Σε κοινωνίες με ισχυρή θεσμική εμπιστοσύνη, η δημογραφική αλλαγή οδηγεί συνήθως σε ορθολογικά ερωτήματα και όχι σε κάποιο υπαρξιακό πανικό – όπως αυτός περιεγράφηκε πιο πάνω. Σε ένα τέτοιο ορθολογικό πλαίσιο, οι πολίτες αναρωτιούνται πώς οι μετανάστες μπορούν να κοινωνικοποιηθούν στις υπάρχουσες συνταγματικές αρχές – δηλαδή να εξοικειωθούν με αυτές και να τις ενστερνιστούν –, ποιες πολιτικές αξίες είναι αδιαπραγμάτευτες και πώς μπορεί να διασφαλιστεί η συνέχεια χωρίς να χρειάζεται να παγώσει η κοινωνία στον χρόνο, δηλαδή χωρίς να απορρίπτει την εξέλιξη. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η πολιτική αντιπαράθεση παραμένει έντονη, αλλά δεν βιώνεται ως πολιτισμικός αφανισμός. Κάθε εκλογική ήττα μπορεί να είναι επίπονη, αλλά δεν προλασμβάνεται ως αποκαλυπτική/καταστροφική, διότι οι κανόνες του παιχνιδιού – τα πολιτειακά θέσμια – θεωρούνται ανθεκτικοί.
Αντιθέτως, εκεί όπου η οντολογική ανασφάλεια είναι ήδη παρούσα, η δημογραφική αλλαγή ερμηνεύεται ως μη αναστρέψιμη και καταστροφική. Η πολιτική ήττα εξισώνεται με συλλογική εξαφάνιση. Τα συντάγματα δεν θεωρούνται πλέον ως κάτι που περιορίζει και ελέγχει την εξουσία, αλλά εύθραυστα κείμενα που βρίσκονται μια εκλογική αναμέτρηση μακριά από την κατάρρευση. Κάθε δημογραφική τάση εκλαμβάνεται ως τραγική νομοτέλεια και κάθε πολιτική σύγκρουση ως τελική μάχη. Αυτές οι διαφορές, δεν αφορούν πρωτίστως την ευφυΐα ή το μορφωτικό επίπεδο των ανθρώπων. Αφορούν το πώς η ταυτότητα σχετίζεται με τους θεσμούς. Όταν η ταυτότητα έχει εσωτερικευθεί και οι θεσμοί χαίρουν εμπιστοσύνης, ακόμα και μια (ανεπιθύμητη) πολιτική αλλαγή γίνεται ανεκτή και παραμένει διαχειρίσιμη. Όταν όμως η ταυτότητα στηρίζεται στην προαναφερθείσα εξωτερική επιβεβαίωση και οι θεσμοί εκλαμβάνονται ως αδύναμοι ή διεφθαρμένοι, η αλλαγή καθαυτή εκλαμβάνεται ως απειλητική.
Είναι επίσης σημαντικό να είμαστε ξεκάθαροι ως προς το τι είναι πραγματικά τα συντάγματα. Στις περισσότερες φιλελεύθερες δημοκρατίες, δεν αποτελούν απλές αντανάκλασεις της δημογραφικής πραγματικότητας. Είναι πλαίσια σχεδιασμένα ακριβώς για να αντιστέκονται στις ταχείες αλλαγές. Ακόμη και μεγάλες δημογραφικές αλλαγές σπάνια οδηγούν σε ριζικές συνταγματικές ανατροπές, εκτός εάν οι θεσμικοί κανόνες έχουν ήδη αποδυναμωθεί ή κάποιοι πολιτικοί δρώντες κινητοποιούν συνειδητά τον φόβο για να τους υπονομεύσουν. Παραδόξως, είναι ακριβώς σε αυτό το σημείο που οι εύλογες ανησυχίες συχνά μετατρέπονται σε κάτι πιο επικίνδυνο. Όταν η δημογραφική ανησυχία συνδέεται με την οντολογική ανασφάλεια, ο φόβος αποκτά ηθική διάσταση. Το μέλλον φαντάζει καταστροφικό, η αίσθηση του επείγοντος αντικαθιστά τον διάλογο και τα έκτακτα μέτρα αρχίζουν να μοιάζουν δικαιολογημένα. Έτσι, οι θεσμοί υπονομεύονται στην προσπάθεια διάσωσής τους. Οι δημοκρατικοί κανόνες παρακάμπτονται για να αποτραπούν υποθετικά – τρομακτικά – ενδεχόμενα. Στην προσπάθεια προστασίας της συνταγματικής τάξης, οι ίδιοι οι πυλώνες που τη στηρίζουν αποδυναμώνονται.
Εν κατακλείδι
Υπό αυτό το πρίσμα, η εύλογη ανησυχία για τη δημογραφική αλλαγή δεν αναιρεί το προηγούμενο μου επιχείρημα περί οντολογικής ανασφάλειας, μάλλον το συμπληρώνει. Η δημογραφική αλλαγή εισάγει πραγματικά πολιτικά διακυβεύματα. Η οντολογική ανασφάλεια καθορίζει αν αυτά θα αντιμετωπιστούν μέσω πολιτικής και θεσμικής ενίσχυσης ή αν θα μετατραπούν σε υπαρξιακό πανικό. Η βασική διαφορά είναι ότι, αφενός, ο ορθολογικός φόβος ρωτά πώς θα μπορούσαμε να διαχειριστούμε την αλλαγή. Αφετέρου, ο οντολογικός φόβος επιμένει ότι η ίδια η αλλαγή ισοδυναμεί με καταστροφή. Ο πρώτος οδηγεί σε πολιτικό σχεδιασμό και δημοκρατικές προσαρμογές. Ο δεύτερος σε μια μόνιμη κατάσταση «έκτακτης ανάγκης» που παράγει και αναπαράγει την πόλωση. Είναι γι’ αυτό το λόγο που η ρητορική και τα αφηγήματα των εχόντων εξουσία και ισχύ είναι κρίσιμης σημασίας, διότι δύνανται να (ανα)παράγουν το ένα ή το άλλο σενάριο.
Κλείνοντας αυτές τις σύντομες σκέψεις, αν ο φόβος απέναντι στη μετανάστευση πηγάζει από οντολογική ανασφάλεια, τότε δεν μπορεί να θεραπευτεί από την ύψωση τειχών, από απαγορεύσεις και νόμους «πολιτισμικής καθαρότητας». Αυτές οι πρακτικές αντιμετωπίζουν τα σύμβολα του προβλήματος και όχι τις αιτίες. Μια πιο αποτελεσματική λύση θα εστίαζε στην ενίσχυση της ταυτότητας εκ των έσω, δηλαδή στην καλλιέργεια κοινωνικής εμπιστοσύνης, στην ενθάρρυνση πλουραλιστικών αφηγημάτων και στη δυνατότητα του ανήκειν χωρίς αποκλεισμούς.
Η ταυτότητα που έχει πεποίθηση στον εαυτό της δεν χρειάζεται εχθρούς για να επιβιώσει. Και παρότι χρειάζονται καλά σχεδιασμένες και αποτελεσματικές μεταναστευτικές πολιτικές που θα αντιμετωπίζουν πιθανές υπερβολές, παρατυπίες και τα κακώς κείμενα, η μετανάστευση καθαυτή δεν απειλεί το ποιοι είμαστε – εκτός εάν το ποιοι είμαστε δεν ήταν ποτέ πραγματικά ασφαλές ή πραγματικά εσωτερικευμένο και «δικό μας». Το γιατί όμως οι ταυτότητες είναι πολλές φορές εξωτερικά προσδιορισμένες είναι ένα άλλο μεγάλο ζήτημα.
Του Ζήνωνα Τζιάρρα
