Η πρόσφατη άτυπη Σύνοδος του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης έφερε ενδιαφέρουσες εξελίξεις. Στο περιθώριό της συναντήθηκαν μεταξύ άλλων ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτη, με τον Τούρκο ομόλογό του, Χακάν Φιντάν.
Ο πρώτος φαίνεται να επικοινώνησε την ανάγκη επίλυσης του Κυπριακού με βάση τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, ενώ εκδήλωσε την επί της αρχής στήριξη της Αθήνας προς την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. Κατά τη διάρκεια του γεύματος της άτυπης συνάντησης, ο Φιντάν φαίνεται να προσπάθησε αφενός να υποβαθμίσει το Κυπριακό ενώ αφετέρου ενέμεινε στην θέση περί δύο ίσων κυριαρχιών στο νησί. Ήτανε μια αναμενόμενη στάση αφού η Τουρκία προσπαθεί να αποσυνδέσει το Κυπριακό από τις ευρω-τουρκικές σχέσεις και να ενισχύσει τις τελευταίες με την αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης, την απελευθέρωση των θεωρήσεων εισόδου, και όχι μόνο. Από την πλευρά του, ο Κύπριος υπουργός Εξωτερικών, Κωνσταντίνος Κόμπος, κατέστησε σαφές ότι δεν νοείται αποσύνδεση του Κυπριακού από τα ευρω-τουρκικά, ενώ εξέφρασε ικανοποίηση και για τη στάση των υπολοίπων κρατών-μελών για το συγκεκριμένο ζήτημα.
Από τα διαμειφθέντα θα μπορούσε κανείς να διακρίνει πολλά. Είναι καταρχάς δεδομένο ότι η Τουρκία επεδίωξε αυτή τη συνάντηση στο πλαίσιο ενός τακτικισμού που την θέλει να προσπαθεί να ομαλοποιήσει τις σχέσεις της με τη Δύση γενικά και την ΕΕ ειδικά. Πρόκειται περί τακτικισμού όχι διότι η επιδιωκόμενη βελτίωση δεν θα έχει απτά και ουσιαστικά αποτελέσματα (π.χ. στον τομέα της οικονομίας και της ασφάλειας) αλλά διότι δεν σηματοδοτεί μια ειλικρινή και ουσιαστική στροφή από την ανατρεπτική εξωτερική πολιτική που ακολουθεί η Άγκυρα την τελευταία δεκαετία τουλάχιστον.
Η Αθήνα αντιλαμβάνεται την συγκυρία – πιθανώς με κάποια αφέλεια – ως ωφέλιμη για την περαιτέρω εξομάλυνση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων παρουσιάζοντας για ακόμα μια φορά το «καρότο» της ευρωπαϊκής προοπτικής. Τη στιγμή που και η ίδια η Τουρκία γνωρίζει πως η προοπτική της πλήρους ένταξης είναι κλινικά νεκρή αλλά χρήσιμη ως διαπραγματευτικός πήχης. Για τη Λευκωσία το διακύβευμα είναι η επανέναρξη των συνομιλιών για την επίλυση του Κυπριακού από μια ομοσπονδιακή αφετηρία και όχι στη βάση των ίσων κυριαρχιών όπως θέλει η Τουρκία.
Η σεναριολογία για μια τριμερή συνάντηση στο περιθώριο της επερχόμενης Γενικής Συνέλευσης των ΗΕ (μεταξύ του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, του Τουρκοκύπριου ηγέτη και του Γενικού Γραμματέα των ΗΕ), δημιουργεί, αν μη τι άλλο, μια ψευδαίσθηση για ένα μομέντουμ και μια κορύφωση των προσπαθειών. Ωστόσο το κάθε μέρος αντιλαμβάνεται αυτό το μομέντουμ διαφορετικά. Η Αθήνα το εντάσσει στην προαναφερθείσα προσπάθεια βελτίωσης των ελληνο-τουρκικών σχέσεων (όχι κατ’ ανάγκη της επίλυσης του Κυπριακού), η Άγκυρα στην προσπάθεια βελτίωσης των τουρκο-δυτικών σχέσεων, και η κυπριακή κυβέρνηση όχι μόνο στην ελπίδα επανέναρξης των συνομιλιών αλλά και στην προσπάθεια εξιλέωσης του εαυτού της από το στίγμα που η Τουρκία κατάφερε να δημιουργήσει για την κατάρρευση των συνομιλιών στο Κραν Μοντανά.
Είναι λοιπόν πιθανόν η όποια κορύφωση να παραμείνει άνευ ουσίας να περιστραφεί γύρω από την προσπάθεια για μια διπλωματική νίκη σε ένα νέο παιχνίδι επίρριψης ευθυνών. Ο κίνδυνος που καραδοκεί είναι ένα νέο πλήγμα στις προοπτικές επίλυσης του Κυπριακού, ενδεχομένως στον βωμό ενός κακοσχεδιασμένου και μικροπολιτικού τακτικισμού.
Του Ζήνωνα Τζιάρρα
Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην “Απογευματινή” της Κυριακής, την 1/9/2024.
