Απεβίωσε ο θανάσιμος εχθρός του Ερντογάν

ο Φετουλάχ Γκιουλέν (Fethullah Gülen) απεβίωσε την περασμένη εβδομάδα στις ΗΠΑ σε ηλικία 83 ετών.

Ο Γκιούλεν ήταν ένας Τούρκος κληρικός, διανοούμενος του Ισλάμ και θρησκευτικός ηγέτης που διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στο πολιτικό και θρησκευτικό τοπίο της Τουρκίας. Ήταν ο ιδρυτής και ηγέτης του κινήματος Hizmet (Υπηρεσία).

Η σχέση του Γκιουλέν με την τουρκική πολιτική, ιδίως με τον πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, διένυσε μια πορεία από τη συνεργασία στην έντονη σύγκρουση. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, τόσο ο Γκιουλέν όσο και ο Ερντογάν μοιράζονταν το όραμα της χαλάρωσης της αυστηρής κοσμικότητας στην Τουρκία για να επιτραπεί μεγαλύτερη ισλαμική έκφραση στη δημόσια ζωή. Το κίνημα του Γκιουλέν, είχε ιδιαίτερη επιρροή στην εκπαίδευση, το δικαστικό σώμα και τα μέσα ενημέρωσης, προωθώντας αξίες ισλαμικής ευσέβειας, διαθρησκευτικού διαλόγου και δημοκρατίας, αν και με θρησκευτικό υπόβαθρο βασισμένο στις διδασκαλίες του γνωστού σουφιστή θεολόγου Σαΐντ Νουρσί (Said Nursi).

Αρχικά, οι οπαδοί του Γκιουλέν υποστήριξαν την άνοδο του Ερντογάν, βλέποντάς τον ως έναν μεταρρυθμιστή που θα περιόριζε τον ρόλο του στρατού στην πολιτική και θα δημιουργούσε μια πιο πλουραλιστική, φιλική προς τους μουσουλμάνους Τουρκία. Πολλοί απόφοιτοι «γκιουλενικών» σχολείων κατείχαν θέσεις-κλειδιά σε κρατικούς θεσμούς και βοήθησαν τον Ερντογάν να εδραιώσει την εξουσία του. Ωστόσο, μέχρι το 2013, ξέσπασαν εντάσεις όταν η κυβέρνηση του Ερντογάν προσπάθησε να κλείσει τα ιδιωτικά προπαρασκευαστικά σχολεία που συνδέονταν με τον Γκιουλέν, υπονομεύοντας την επιρροή του κινήματος. Αυτό οδήγησε σε κατηγορίες από τον Ερντογάν ότι οι γκιουλενιστές δημιουργούσαν ένα «κράτος εν κράτει» εντός της Τουρκίας.

Η σταδιακή αυταρχικοποίηση του ΑΚΡ και η άμεση εναντίωσή του στο κίνημα Χιζμέτ – λόγω και της κριτικής που άσκησε το τελευταίο σε διάφορα θέματα – έφεραν τις δύο δυνάμεις σε ρήξη. Αξίζει να αναφέρουμε ότι το ΑΚΡ, το οποίο προέκυψε από τη διάσπαση του Ισλαμιστικού κινήματος «Εθνικής Άποψης» του Ερμπακάν σε παραδοσιακούς και ρεφορμιστές, ως εκφραστής των τελευταίων, παρουσιάζεται – τουλάχιστον σήμερα – ως πιο συντηρητικό από το κίνημα Χιζμέτ.

Οι «τακτικές» με τις οποίες διεξαγόταν η «μάχη» μεταξύ Γκιουλέν και κυβέρνησης ΑΚΡ ήταν παρόμοιες με αυτές που χρησιμοποιούσε και ο στρατός – το δικαστικό σύστημα, τα σώματα ασφαλείας, οι υπηρεσίες πληροφοριών, κτλ. Ταυτόχρονα, φαίνεται για ακόμα μια φορά ότι ευαίσθητα ζητήματα (εξωτερικής) πολιτικής εμπλέκονταν στη διαμάχη. Αυτό έδειχνε και τη δυσαρέσκεια του Γκιουλέν με τον αυταρχισμό του Έρντογαν και την περιθωριοποίηση του ιδίου – όπως και άλλων πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων.

Το αποκορύφωμα της αντιπαλότητάς τους ήρθε το 2016, κατά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος. Τότε ο Ερντογάν κατηγόρησε τον Γκιουλέν και τους οπαδούς του ως υπαίτιους. Ο Γκιουλέν, που ζούσε αυτοεξόριστος στις ΗΠΑ από το 1999, αρνήθηκε την ανάμειξη, αλλά η τουρκική κυβέρνηση ξεκίνησε μαζικές εκκαθαρίσεις υπόπτων γκιουλενιστών από τον στρατό, το δικαστικό σώμα, την κοινωνία των πολιτών, κλείνοντας περισσότερα από 1000 ιδιωτικά σχολεία που σχετίζονταν με τον Γκιουλέν και χαρακτηρίζοντας το κίνημά του τρομοκρατική οργάνωση. Η καταστολή μετά το πραξικόπημα σηματοδότησε την τελική ρήξη, με τον Ερντογάν να «αλώνει» τους θεσμούς που συνδέονταν με τον Γκιουλέν και να εδραιώνει περαιτέρω τη στροφή της Τουρκίας προς τον αυταρχισμό.

Η στάση του Ερντογάν απέναντι στον Γκιουλέν περιείχε μια αλήθεια και μια υπερβολή. Η αλήθεια είναι ότι Γκιουλενιστές βρέθηκαν όντως αναμεμιγμένοι στην απόπειρα πραξικοπήματος. Η υπερβολή βρισκόταν στην μεταχείριση του κινήματος Γκιουλέν ως μιας συνεκτικής τρομοκρατικής οργάνωσης (FETÖ). Μπορεί ο Γκιουλέν να ήταν ο ηγέτης και διανοούμενος πίσω από το Χιζμέτ, όμως πρόκειται περισσότερο για ένα αποκεντρωμένο κίνημα που διέπεται από τις ιδέες και τις «πνευματικές», πολιτικές και κοινωνικές κατευθύνσεις του Γκιουλέν, παρά για έναν βεμπεριανού τύπου, ιεραρχικό οργανισμό που λαμβάνει οδηγίες από τον ηγέτη ιεραρχικά. Σε κάθε περίπτωση όμως, το αφήγημα του Ερντογάν που παρουσίαζε τον ίδιο ως τον ηγέτη-προστάτη του έθνους και νομιμοποιούσε το καθεστώς εκτάκτου ανάγκης χρειαζόταν έναν εχθρό. Επιπλέον, η κατασκευή δια της υπερβολής και εργαλειοποίηση αυτού του εχθρού του επέτρεψε να επιδοθεί σε ένα «κυνήγι μαγισσών» και να βεβαιώσει ότι όλοι οι πιθανοί αντιφρονούντες – είτε γκιουλενικοί, είτε κεμαλιστές, είτε άλλοι – δεν αποτελούσαν πλέον απειλή. Και όλο αυτό συνέθεσε το ιδεολόγημα πάνω στο οποίο προωθήθηκε το όραμα της «Νέας» Τουρκίας και επιταχύνθηκε το πρόγραμμα του αυταρχισμού.

O Τούρκος υπουργός Εξωτερικών δήλωσε: «Ο θάνατος του Γκιουλέν δεν θα μας κάνει να εφησυχάσουμε. Το έθνος και το κράτος μας θα συνεχίσουν να αγωνίζονται εναντίον αυτής της οργάνωσης, όπως αγωνίζονται εναντίον όλων των τρομοκρατικών οργανώσεων. Η οργάνωση εξαπάτησε χιλιάδες νέους μας να ενταχθούν στις τάξεις της στο όνομα των ιερών αξιών και τους μετέτρεψε σε μια μηχανή που πρόδωσε την πατρίδα τους, το έθνος τους και τις αξίες τους».

Το πολιτικό πρόγραμμα του Ερντογάν δεν μπορεί να μείνει «χωρίς βαρβάρους». Εξάλλου, τα τουρκικά καθεστώτα – ιδίως τα κεμαλιστικά στρατο-γραφειοκρατικά – χρησιμοποιούσαν πάντοτε την ύπαρξη εσωτερικών (και εξωτερικών) εχθρών για να νομιμοποιηθούν ως οι θεματοφύλακες του κράτους.

Του Ζήνωνα Τζιάρρα

Leave a Reply