Μέρος του πιο κάτω άρθρου δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Απογευματινή
Η αυριανή τριμερής συνάντηση Αιγύπτου – Ελλάδας – Κύπρου στο Κάιρο (8/1/2025) επιβεβαιώνει τις στενές σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των τριών χωρών και το ότι επιβιώνουν και εξελίσσονται ανεξάρτητα από την περιφερειακή αστάθεια που επικρατεί. Η ατζέντα της συνάντησης θα επικεντρωθεί σε θέματα ενέργειας, περιφερειακής ασφάλειας, οικονομίας, και τεχνολογίας με στόχο, μεταξύ άλλων, την ανάδειξη της Ανατολικής Μεσογείου ως κόμβου ενεργειακής ασφάλειας και την αντιμετώπιση διαφόρων απειλών.
Ο χρονισμός της συνάντησης είναι σημαντικός καθώς θα λάβει χώρα εν μέσω των ραγδαίων εξελίξεων στη Μέση Ανατολή, με το καθεστώς Μπασάρ αλ Άσαντ στη Συρία να έχει ανατραπεί, και τη διακοπή των ροών φυσικού αερίου από μέρους της Ρωσίας προς την Ευρώπη.
Σίγουρα το Συριακό είναι στην κορυφή της ατζέντας των περιφερειακών ζητημάτων. Δε νοείται συζήτηση για την περιφερειακή ασφάλεια και σταθερότητα χωρίς πολιτική για τη Συρία και το μεταβατικό καθεστώς στη Δαμασκό. Όχι μόνο διότι η Τουρκία είναι ένας από τους δρώντες που αύξησαν την επιρροή τους στη γειτονική χώρα, αλλά και διότι η ανατροπή του Άσαντ αλλάζει τις γεωπολιτικές και διπλωματικές ισορροπίες ολόκληρης της περιοχής. Η Αίγυπτος, μαζί με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Ισραήλ συγκαταλέγονται στις χώρες που διατήρησαν αποστάσεις από το νέο καθεστώς. Και αυτό ίσως να είναι ένας παράγοντας που επηρεάζει ή θα επηρεάσει αρνητικά τη στάση της Κύπρου και της Ελλάδας απέναντι στη Συρία.
Όντως, η στάση της Ελλάδας και της Κύπρου αναφορικά με τις εξελίξεις στη Συρία υπήρξε μάλλον μουδιασμένη (περισσότερο της Λευκωσίας παρά της Αθήνας). Και ενώ οι δύο χώρες θέλουν να παρουσιάζονται ως ενεργητικοί δρώντες στην Ανατολική Μεσόγειο – μέσα και από τους μηχανισμούς των τριμερών συνεργασιών – φαίνεται ότι απέναντι σε αυτή τη σεισμική αλλαγή τα ένστικτά τους δεν λειτούργησαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Το παράδοξο έγκειται στο ότι ένα κράτος που επιθυμεί να παίζει καθοριστικό ρόλο στην περιφερειακή ασφάλεια και σταθερότητα (όπως η Κύπρος και η Ελλάδα), δεν μπορεί να αγνοεί το Συριακό και τις πολύ αρνητικές εξελίξεις που δυνητικά μπορεί να έχει για τα συμφέροντα των δύο χωρών. Αυτό που φαίνεται να επανεμφανίζεται είναι μια τάση διττού ετεροπροσδιορισμού στην εξωτερική πολιτική, αφενός έναντι της Τουρκίας και αφετέρου έναντι των συμφερόντων του Ισραήλ, της Αιγύπτου και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων – που συγκαταλέγονται ανάμεσα στα κράτη που διατηρούν αποστάσεις από το νέο καθεστώς της Δαμασκού για τους δικούς τους λόγους.
Οι τάσεις που διαμορφώνονται θυμίζουν αρκετά – όχι όμως απόλυτα – τα συμβάντα γύρω από το Λιβυκό μεταξύ 2019-2020. Τότε, στον απόηχο της υπογραφής του παράνομου τουρκο-λιβυκού μνημονίου για τις ΑΟΖ, η Αθήνα είχε αποφασίσει να απελάσει τον Λίβυο πρέσβη, να αποξενώσει την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας της Τρίπολης και να ταχθεί αποκλειστικά με το αντι-τουρκικό στρατόπεδο της ανατολικής Λιβύης (το οποίο στήριζαν η Ρωσία, η Αίγυπτος και τα ΗΑΕ μεταξύ άλλων). Το αποτέλεσμα ήταν ότι η Τουρκία κατάφερε να δορυφοριοποιήσει την κυβέρνηση της Τρίπολης μετά από χρόνια εμπλοκής στη Λιβύη και απουσίας της ελληνικής διπλωματίας, και τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη να επισκέπτεται το 2021 τη χώρα σε μια προσπάθεια αντιστροφής των λαθών, αποκατάστασης των σχέσεων και εξασφάλισης των ελληνικών συμφερόντων.
Στη σημερινή συγκυρία, τα δύο κράτη θα πρέπει να βεβαιωθούν ότι η ενεργητικότητα της εξωτερικής πολιτικής τους δεν θα περιοριστεί από στεγανά τρίτων κρατών εάν διακυβεύονται δικά τους συμφέροντα, όπως για παράδειγμα στον τομέα της ασφάλειας, του προσφυγικού, της οικονομίας, της ενέργειας, των θαλασσίων ζωνών, της προληπτικής διαχείρισης των τουρκικών επιβουλών κοκ. Και ούτε Αθήνα και Λευκωσία θα πρέπει να ακολουθήσουν μια απλοϊκή λογική επιλογής στρατοπέδων στη βάση του ποιος τοποθετείται απέναντι από την Τουρκία (όπως έγινε στο Λιβυκό). Η Κύπρος και η Ελλάδα θα πρέπει μονομερώς, σε συνεργασία μεταξύ τους και με άλλα κράτη, αλλά και ως κράτη-μέλη της ΕΕ, να αναπτύξουν πρωτοβουλίες και δραστηριότητα σε αυτό το πεδίο. Οι μηχανισμοί τριμερών συνεργασιών δεν πρέπει να αγνοηθούν, ούτε να αποτελέσουν εμπόδιο αλλά παράγοντα διευκόλυνσης αυτών των προσπαθειών.
Παρομοίως και στο ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας, παρόλο που οι τεθειμένοι στόχοι της τριμερούς συνάντησης είναι σύμφωνοι με το πνεύμα που διέπει τις σχέσεις από τα μέσα της δεκαετίας του 2010, η αίσθηση που αποκομίζει κανείς είναι πως δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής πολύ απτά αποτελέσματα – ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την περιφερειακή διάσταση των πραγμάτων. Με άλλα λόγια, πέρα από τις διμερείς σχέσεις Ελλάδας-Αιγύπτου και Κύπρου-Αιγύπτου, σε πολυμερές επίπεδο και δη σε ό,τι αφορά την προσπάθεια για περαιτέρω περιφερειακή ενοποίηση δεν έχει μέχρι στιγμής παρουσιαστεί κάτι ουσιαστικό.
Ακόμα και το Φόρουμ Φυσικού Αερίου της Ανατολικής Μεσογείου (EMFG) που θεωρήθηκε σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, δεν έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να υπερβεί συστημικά γεωπολιτικά και άλλα ζητήματα ώστε να προωθήσει ενεργειακά έργα περιφερειακής κλίμακας. Υπάρχουν επί μέρους σημαντικές συνεργασίες, όπως το υπό εξέλιξη καλώδιο Κύπρου-Ελλάδας, η ενεργειακή σχέση Ισραήλ-Αιγύπτου, η συμφωνία για εξαγωγή αιγυπτιακού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στην Ευρώπη μέσω Ελλάδας, και η ήδη υφιστάμενη εξαγωγή αμερικανικού LNG στην Ευρώπη μέσω Ελλάδας.
Από αυτή την άποψη, είναι δεδομένο ότι ενισχύεται ο ρόλος της Ελλάδας, κυρίως ως προς τη διαμετακόμιση ενέργειας. Όμως αφενός, σε Ελλάδα και Κύπρο υπήρξε και υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στον τομέα της εκμετάλλευσης ίδιων φυσικών πόρων και της ενσωμάτωσής τους σε περιφερειακά ενεργειακά έργα. Ακόμα κι αν Ελλάδα και Κύπρος ανακάλυπταν αύριο δεκάδες τρισεκατομμύρια κυβικά πόδια φυσικού αερίου (tcf) θα χρειάζονταν τουλάχιστον μερικά χρόνια για την ανάπτυξη και εκμετάλλευσή τους, ενώ βρισκόμαστε σε μια συγκυρία όπου η Ευρώπη χρειάζεται άμεσα εναλλακτικές εισαγωγές ενέργειας. Αφετέρου, συνεχίζει να λείπει μια προσέγγιση περιφερειακής κλίμακας που θα υπερβαίνει τις διμερείς σχέσεις π.χ. Ελλάδας-Κύπρου, Αιγύπτου-Ισραήλ, Αιγύπτου-Ελλάδας και θα προωθεί την πολυμέρεια, την περιφερειακή ενοποίηση (που έχει τεθεί και ως στόχος), αλλά και τα συμφέροντα της Κύπρου και της Ελλάδας. Προς το παρόν, θα μπορούσε να πει κανείς ότι περισσότερο επιτυχημένη ως προς τους ενεργειακούς της στόχους είναι η Αίγυπτος (εκεί όπου εδρεύει και το EMFG). Στόχοι που σχετίζονται με την ανάδυση της χώρας ως εξαγωγικής δύναμης και διαμετακομιστικού κόμβου ενέργειας (ειδικά φυσικού αερίου/LNG).
Εν κατακλείδι, το ζητούμενο είναι η ανάπτυξη εποικοδομητικών, συνεργατικών αλλά και ανεξάρτητων εξωτερικών πολιτικών που να μην ετεροπροσδιορίζονται ή να περιορίζονται από άλλους δρώντες, αλλά ούτε να μπαίνουν στη λογική των αμοιβαίως αποκλειόμενων σχέσεων. Η συμμετοχή στα τριμερή σχήματα συνεργασιών είναι εξόχως σημαντική αλλά πρέπει να λειτουργεί συνδυαστικά και σωρευτικά με άλλες κινήσεις εξωτερικής πολιτικής, όχι αποκλειστικά. Το σύγχρονο διεθνές σύστημα καλεί σε ώριμες εθνικές στρατηγικές ασφαλείας και στρατηγικές προσεγγίσεις που να είναι πραγματιστικές, ευπροσάρμοστες και ευέλικτες.
Του Δρ. Ζήνωνα Τζιάρρα, Λέκτορα στο Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Συγγραφέα του Διεθνής Πολιτική στην Ανατολική Μεσόγειο (Παπαζήση, 2020).
