Η απόλυση του συμβούλου για θέματα εθνικής ασφάλειας του Αμερικανού Προέδρου, Τζον Μπόλτον, δεν πρέπει να ιδωθεί ξέχωρα από την ευρύτερη δυστοπική εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ της διακυβέρνησης Τραμπ, μετά το 2016. Επιπλέον, πέραν της προσφιλούς πολιτικής του Αμερικανού Προέδρου να στέλνει… σπίτι τους μέσω Twitter αξιωματούχους του, το εν λόγω συμβάν πρέπει να τεθεί και εντός του πλαισίου των τελευταίων εξελίξεων σε σύνθετα ζητήματα που τρέχουν σε επίπεδο άσκησης κι εφαρμογής της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής –εξελίξεων που αποκρυσταλλώνουν και τις επιμέρους συγκρούσεις σε επίπεδο λήψης αποφάσεων μεταξύ Λευκού Οίκου και Στέιτ Ντιπάρτμεντ αλλά κι αναφορικά με το σύμπλεγμα ασφάλειας, σε θεσμικό επίπεδο, των ΗΠΑ στη τρέχουσα συγκυρία.

Ο Τζον Μπόλτον, Ρεπουμπλικάνος, είναι γνωστός για τις απόψεις του. Κλασική περίπτωση «γερακιού» με έντονες neo-con απόψεις και σκληρή γραμμή στα μεγάλα ζητήματα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής όπως το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και της Βορείου Κορέας, η κατάσταση στην Βενεζουέλα, η πρόκληση της Κίνας για τις ΗΠΑ και η σύνθετη διαπραγμάτευση με τους Ταλιμπάν του Αφγανιστάν. Ωστόσο, υπήρξε περίπτωση συμβούλου ασφάλειας που σε αντίθεση με τους προκατόχους του εξέφραζε ανοικτά προς τον Αμερικανό Πρόεδρο τις διαφωνίες του επισημαίνοντας το ουσιαστικό διακύβευμα: Ο Τραμπ συναντήθηκε με τον Βορειοκορεάτη ηγέτη αλλά η Πιονγκιάνγκ δεν μπήκε στη διαδικασία της ταχείας απο-πυρηνικοποίησης.

Ο Τραμπ αποφάσισε την μονομερή αποχώρηση των ΗΠΑ από την συμφωνία με το Ιράν (JCPO) αλλά η Τεχεράνη βρίσκεται εγγύτερα από ποτέ στο να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Κοινώς οι ΗΠΑ ενώ εφαρμόζουν μια εξωτερική πολιτική με μαξιμαλιστικούς στόχους και σχήματα/εργαλεία πειθαναγκαστικής διπλωματίας δεν πετυχαίνουν τους αντικειμενικούς τους στρατηγικούς στόχους. Η σημειολογία μάλιστα της συνάντησης, στο Καμπ Ντέιβιντ, μιας αντιπροσωπείας των Ταλιμπάν του Αφγανιστάν με τον Αμερικανό Πρόεδρο Τραμπ μια εβδομάδα πριν την σημερινή επέτειο της 11ης Σεπτεμβρίου αποτέλεσε και την σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι μεταξύ των δύο αντρών και επέσπευσε την απόλυση.

Ενδεικτικό της αποδοχής, παρά τις σκληρές θέσεις του, του Μπόλτον ήταν και οι αντιδράσεις που επέφερε η απόλυσή του από κορυφαίους Ρεπουμπλικάνους όπως ο Μάρκο Ρούμπιο και ο Τζον Κένεντι αλλά και η παραδοχή του ότι δεν πρόκειται για μια καλή εξέλιξη από αντίπαλους Δημοκρατικούς όπως ο Μπομπ Μενέντεζ. Να υπενθυμίσουμε πως Ρούμπιο και Μενέντεζ  αποτελούν τα κορυφαία στελέχη των κομμάτων τους στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας.

Πέραν τούτου όμως η ίδια η πράξη της απόλυσής του σηματοδοτεί και το βασικό σκεπτικό του Τραμπ ενόψει των εκλογικών διαδικασιών στις χώρες ενδιαφέροντος για την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Η πρόσληψη του Μπόλτον ως εμπόδιο για τυχόν «διακοσμητικού» τύπου συμφωνίες που θα επιχειρήσει με αυτές. Εξάλλου το εναπομείναν 2019 καθώς και το 2020 είναι χρονιές εκλογών για το Ιράν (βουλευτικές στις 28 Φεβρουαρίου του 2020) και το Αφγανιστάν (προεδρικές στις 28 Σεπτεμβρίου). Ο Τραμπ αποδεικνύει εξάλλου πως σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής δεν ακολουθεί κάποιο ορθολογιστικό δόγμα –πέραν της προσέγγισης του να λαμβάνει αποφάσεις με το γνωστό, και ιδιαίτερο, προσωπικό του κριτήριο.

Στην περίπτωση του Ιράν μάλιστα τα σύννεφα πολέμου φέτος δεν απομακρύνθηκαν παντελώς ενώ η εμμονή Μπόλτον να «σκοτώσει» μια συμφωνία με τους Ταλιμπάν προκειμένου να ολοκληρωθεί η αποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν φέρει έντονα, από τους επικριτές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, τον χαρακτήρα της παραδοχής ήττας για την αμερικανική εμπλοκή εκεί μετά από δεκαετίες.

Σε κάθε περίπτωση μένει να δούμε ποιος θα αντικαταστήσει τον Μπόλτον και πως η απομάκρυνσή του θα επηρεάσει τις επιμέρους δυναμικές στο εσωτερικό της χώρας ως προς το ζήτημα του σχεδιασμού και της εκτέλεσης της εξωτερικής πολιτικής σε επίπεδο λήψης απόφασης. Το μόνο αποδεδειγμένο μοτίβο πάντως μετά από τρία χρόνια διακυβέρνησης Τραμπ είναι το εξής: Αυτός παίρνει τις αποφάσεις. Είτε αρέσει, είτε όχι σε όσους εργάζονται γύρω του.

 Του Γιάννη Ιωάννου