Τι να αναμένουμε για την Κύπρο από τον Τζο Μπάιντεν

Αν και η εξωτερική πολιτική δεν αποτελεί βασικό ζήτημα στην ατζέντα των αμερικανικών εκλογών για τους ίδιους τους Αμερικανούς ψηφοφόρους, σε αυτή τη γωνιά του κόσμου η συζήτηση για τον Τραμπ και τον Μπάιντεν -ιδίως υπό το βάρος των εξελίξεων- συμπεριλαμβάνει τις προκλήσεις της Ανατολικής Μεσογείου, τα κρίσιμα ερωτήματα στο μέτωπο των αμερικανοτουρκικών σχέσεων και τη στάση των ΗΠΑ στο Κυπριακό. Η κυρίαρχη πρόσληψη σε αυτό το σημείο, ιδίως μεταξύ των ελληνοκυπριακών πολιτικών ελίτ και της κοινής γνώμη, είναι πως ο Τραμπ είχε μια μάλλον προσωπική σχέση με τον Ερντογάν, ενώ ο Μπάιντεν θα τηρήσει στάση αρχών. Ωστόσο η εικόνα και η ουσία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής της διακυβέρνησης Ομπάμα είναι πλέον ιστορική εμπειρία για την Ανατολική Μεσόγειο και τις χώρες της Μέσης Ανατολής (ΜΕΝΑ), με τον Τζο Μπάιντεν μάλιστα να επισκέπτεται την Κύπρο ως Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ το 2014.

Τι θα αλλάξει

Μια διακυβέρνηση Μπάιντεν / Χάρις θα δημιουργήσει μια δυναμική επάνοδο των ΗΠΑ και της εξωτερικής τους πολιτικής στις «παραδοσιακές» γραμμές της πολυμέρειας και της θεματικής ιεράρχησης των στρατηγικών στόχων: Περισσότερη Ρωσία και Ιράν έναντι π.χ. της Βορείου Κορέας, μεγαλύτερη διάδραση με την Ευρώπη και την ΕΕ ως προς τις ευρωατλαντικές δομές συνεργασίας και ολοκλήρωσης και πιθανόν και μια νέα προσέγγιση στο ζήτημα του ανταγωνισμού, σε επίπεδο ισχύος και οικονομίας, με την Κίνα. Αυτό που πρέπει να καταστεί σαφές είναι πως για τις ΗΠΑ η διαδικασία αυτή της μετάβασης σε μια νέα διαδικασία χάραξης κι εφαρμογής της εξωτερικής πολιτικής θα διαρκέσει μερικούς μήνες, αρχίζοντας από τα τέλη Ιανουαρίου – αν κι εφόσον υπάρξει αλλαγή παραδείγματος. Κάτι τέτοιο πρακτικά ισοδυναμεί με άμβλυνση των ανταγωνισμών μεταξύ Λευκού Οίκου και Στέιτ Ντιπάρτμεντ -που παρατηρήθηκε επί διακυβέρνησης Τραμπ- αλλά και με μεγαλύτερη σταθερότητα ως προς τη γραφειοκρατία και τη θητεία ανθρώπων σε θέσεις κλειδιά. Επί Τραμπ εξάλλου είδαμε αρκετά, από τον Τίλερσον μέχρι τον Μπόλτον.

Τι θα αλλάξει για εμάς

Για την Κύπρο, η οποία βρίσκεται σε μια τροχιά εμβάθυνσης των σχέσεων με τις ΗΠΑ, που ωστόσο δεν μεταφράζεται σε απτά αποτελέσματα αλλά και που θέτει προαπαιτούμενα (όπως π.χ. τα ρωσικά πλοία στη Λεμεσό), σημασία έχει να δούμε όχι μόνο τα πρόσωπα σε θέσεις κλειδιά (π.χ. οι deputies στο ΥΠΕΞ με καθήκοντα για την περιοχή) αλλά και το πώς, συνολικά, η αμερικανική γραφειοκρατία θα χειριστεί την Ανατολική Μεσόγειο ως αναδυόμενο υποσύστημα ασφάλειας με πολλές και διαφορετικές προκλήσεις. Το σίγουρο είναι ότι ο Τζο Μπάιντεν γνωρίζει, και γνωρίζει καλά, την Κύπρο και το Κυπριακό. Αυτό από μόνο του ωστόσο δεν ισοδυναμεί απαραίτητα και με τους παραδοσιακούς ευσεβοποθισμούς της ελληνοκυπριακής πλευράς σε σχέση π.χ. με την Τουρκία. Μια διακυβέρνηση Μπάιντεν εξάλλου θα πρέπει να ξεκινήσει από αυτή ακριβώς την ιδιαίτερη πρόκληση σε σχέση με τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις -οι οποίες πέρασαν, αλλά και βρίσκονται, σε μια περίεργη φάση από το 2016 και την ανάδειξη του Τραμπ στην εξουσία. Η τουρκική οικονομία, η στρατηγική και η τακτική της συμπόρευση με τη Ρωσία σε περιφερειακές συγκρούσεις (Συρία, Λιβύη, Καύκασος) και το θέμα των S-400 θα καταστούν βασικά ζητήματα επί Μπάιντεν. Κι αυτό που καθίσταται σαφές εδώ είναι πως πριν βελτιωθούν οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις θα γίνουν, για ένα μεταβατικό στάδιο, χειρότερες. Αυτό, πρακτικά, σημαίνει πως δεν πρέπει να αποκλειστεί μια νέα αναδυόμενη, ως αποτέλεσμα, αναβαθμισμένη σχέση ΗΠΑ – Τουρκίας, σε βάθος χρόνου, η οποία σε συνδυασμό με κάποιες πάγιες προσεγγίσεις των Δημοκρατικών για τη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια κατάσταση πραγμάτων αρκετά γνωστή ιστορικά σε εμάς: Σε ένα καλό επίπεδο αμερικανοτουρκικών σχέσεων, παρεμφερές της περιόδου 2010-2014, ενώ στο Κυπριακό, λόγω εξελίξεων ή για την ακρίβεια κακών εξελίξεων, θα υπάρχουν κρίσιμες αποφάσεις ενώπιόν μας.

Αντί επιλόγου

Οι αμερικανικές εκλογές είχαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον όχι μόνο λόγω του θρίλερ, αλλά κυρίως για τον βαθμό που ο Τραμπ και τα όσα πρεσβεύει δημιουργούν ενδιαφέροντες μετασχηματισμούς στην κοινωνία της χώρας. Η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ δεν δείχνει να ενδιαφέρει ιδιαίτερα τον μέσο ψηφοφόρο, αλλά σε αυτή την πλευρά του κόσμου απασχολεί ιδιαιτέρως εμάς. Συνήθως έτσι συμβαίνει με τις μεγάλες δυνάμεις του διεθνούς συστήματος – με τη συζήτηση τις τελευταίες δεκαετίες, ακαδημαϊκά και πολιτικά, να βάζει σε πρώτο πλάνο την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ και το αν θα συνεχίσει να υφίσταται. Για την Κύπρο πάντως με τον Τζο Μπάιντεν ως Πρόεδρο των ΗΠΑ δεν σημαίνει απαραίτητα πως η Τουρκία θα συντριβεί. Τους επόμενους μήνες οι εξελίξεις θα κινηθούν με γρήγορους ρυθμούς σε ένα Κυπριακό που δείχνει να δημιουργεί αρκετά στρατηγικά αδιέξοδα για εμάς. Μένει να δούμε αν οι Αμερικανοί θα διαδραματίσουν κάποιο ρόλο ο οποίος θα αποδώσει στη δική μας πλευρά κάποια στρατηγικά πλεονεκτήματα. Για τις ΗΠΑ υπό τον Μπάιντεν πάντως το γεωπολιτικό εκτόπισμα της Τουρκίας και οι στρατηγικές προτεραιότητες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στην περιοχή δεν πρέπει να υποτιμηθούν.

Του Γιάννη Ιωάννου

To άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην εφημερίδα “Πολίτης” στις 8/11/2020.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s