Σε προηγούμενη ανάρτηση-άρθρο αναφέρθηκα στους Αζέρους του Ιράν αλλά άφησα πίσω τους Κούρδους του Ιράν ως μικρότερη εθνοτική ομάδα – τρίτη στη σειρά – καθώς και με μειωμένη πλέον πολιτική επιρροή. Επειδή όμως υπήρξαν ερωτήματα, θεώρησα σωστό να αναφερθώ στο συγκεκριμένο ζήτημα με περισσότερη λεπτομέρεια, τόσο γενικά-ιστορικά όσο και πιο συγκεκριμένα σε σχέση με το τί συμβαίνει αυτή τη στιγμή στη Μέση Ανατολή. Αξίζει εξ άλλου να ξεκαθαριστεί ότι η εθνοτική σύνθεση του Ιράν είναι πλούσια, όμως οι διάφορες ομάδες είναι ποσοστιαία πολύ μικρές.
Αρχικά, είναι γνωστό ότι οι Κούρδοι του Ιράν αποτελούν μία από τις σημαντικότερες και ιστορικά περιθωριοποιημένες εθνοτικές κοινότητες της χώρας. Παρά τη μακροχρόνια παρουσία τους στην περιοχή και την ξεχωριστή εθνοτική, γλωσσική και πολιτιστική τους ταυτότητα, οι σχέσεις τους με το ιρανικό κράτος υπήρξαν γεμάτες πολιτικές εντάσεις, επεισόδια βίαιων συγκρούσεων και ανεκπλήρωτες προσδοκίες για αυτονομία ή περισσότερα πολιτιστικά δικαιώματα.
Ο κουρδικός πληθυσμός στο Ιράν εκτιμάται ότι αριθμεί μεταξύ 8 και 10 εκατομμυρίων, αποτελώντας περίπου το 10-12% του συνολικού πληθυσμού. Γεωγραφικά, βρίσκονται συγκεντρωμένοι κυρίως στο βορειοδυτικό τμήμα της χώρας, στις επαρχίες του Κουρδιστάν (ναι, υπάρχει), του Κερμάνσαχ, του Δυτικού Αζερμπαϊτζάν (επίσης υπάρχει) και του Ιλάμ. Η περιοχή αυτή αναφέρεται συχνά από τους Κούρδους ως Rojhelat (Ανατολικό Κουρδιστάν), και είναι διακριτή από άλλες κουρδικές περιοχές στο Ιράκ, την Τουρκία και τη Συρία. Ο πληθυσμός τους δεν είναι ομοιογενής και οι κουρδικές κοινότητες συχνά αναμειγνύονται με άλλες εθνοτικές ομάδες, όπως οι Αζέροι, οι Λόρ και οι Πέρσες. Παρά ταύτα, διατηρούν ισχυρή παρουσία στην περιοχή, ιδίως σε αστικά κέντρα όπως το Σαναντάτζ, το Κερμάνσαχ και το Μαχαμπάντ. (Στον χάρτη βλέπετε τις γεωγραφικές συγκεντρώσεις πληθυσμών καθώς και τις κουρδικές διαλέκτους).

Οι σχέσεις των Κούρδων με το ιρανικό κράτος είναι ιστορικά εχθρικές, διαμορφωμένες από ένα μοτίβο περιθωριοποίησης και καταστολής. Από τις αρχές του 20ού αιώνα, οι ιρανικές κυβερνήσεις – τόσο οι μοναρχικές όσο και οι ισλαμικές – θεωρούσαν το κουρδικό κίνημα απειλή για την εθνική ενότητα, όπως και σε άλλες χώρες τις περιοχής. Η βραχύβια Δημοκρατία του Μαχαμπάντ (ή του Κουρδιστάν, 1946), που υποστηρίχθηκε από τη Σοβιετική Ένωση, παραμένει ένα κομβικό σημείο στην συλλογική μνήμη των Κούρδων. Η ταχεία κατάρρευσή της και η εκτέλεση των ηγετών της ενίσχυσαν τον σκεπτικισμό των Κούρδων απέναντι στην κεντρική κυβέρνηση του Ιράν. Η Δημοκρατία Μαχαμπάντ είναι από μόνη της ένα μεγάλο κεφάλαιο που δεν είναι της παρούσης να αναλυθεί.
Μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, η αρχική υποστήριξη των Κούρδων προς την επανάσταση γρήγορα έδωσε τη θέση της σε βίαιες συγκρούσεις. Το νέο ισλαμικό καθεστώς, υπό τον Αγιατολάχ Χομεϊνί, απέρριψε τα αιτήματα των Κούρδων για αυτονομία και ξεκίνησε βίαιες στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον των κουρδικών περιοχών. Κουρδικά κόμματα όπως το Δημοκρατικό Κόμμα του Ιρανικού Κουρδιστάν (KDPI ή PDKI) και το Komala τέθηκαν εκτός νόμου και οδηγήθηκαν στην εξορία ή στην παρανομία. Αν και κατά τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες σημειώθηκαν σποραδικά πολιτικές φιλελευθεροποίησης στον τομέα αυτό, η πολιτική δραστηριότητα των Κούρδων παραμένει υπό αυστηρή επιτήρηση και συχνά ποινικοποιείται.
Γενικότερα, η κουρδική ταυτότητα στο Ιράν είναι βαθιά ριζωμένη στη γλώσσα, την κουλτούρα, τους δεσμούς με τη φυλή αλλά και τις ιστορικές αφηγήσεις της αντίστασης. Ενώ πολλοί Ιρανοί Κούρδοι αυτοπροσδιορίζονται ως Ιρανοί πολίτες, υπάρχει μια σαφής ένταση μεταξύ της εθνοτικής ταυτότητας και του κρατικά επιβαλλόμενου περσικού-ιρανικού εθνικισμού. Οι κρατικές πολιτικές προωθούν παραδοσιακά την περσική γλώσσα και τον πολιτισμό, οδηγώντας στην καταστολή της κουρδικής γλώσσας στην εκπαίδευση και τα μέσα ενημέρωσης. Αυτό έχει δημιουργήσει ένα ισχυρό αίσθημα πολιτιστικής αποξένωσης μεταξύ των Κούρδων, ακόμη και αν ορισμένοι έχουν ενσωματωθεί οικονομικά και κοινωνικά στην ευρύτερη ιρανική κοινωνία.
Πάντως, αξίζει να σημειωθεί ότι η κουρδική ταυτότητα στο Ιράν είναι λιγότερο αποσχιστική από ό,τι στη γειτονική Τουρκία ή τη Συρία, και συχνά δίνει έμφαση στην πολιτιστική και διοικητική αυτονομία εντός ενός ομοσπονδιακού Ιράν παρά στην πλήρη ανεξαρτησία.
Το κουρδικό κίνημα στο Ιράν είναι σήμερα κατακερματισμένο. Τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα, όπως το KDPI και το Komala, έχουν χάσει την επιρροή τους λόγω δεκαετιών εξορίας και εσωτερικών διαιρέσεων. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, η προσοχή στράφηκε στο Κόμμα για την Ελεύθερη Ζωή του Κουρδιστάν (PJAK), μια ένοπλη ομάδα που ιδρύθηκε το 2004 και συνδέεται ιδεολογικά και οργανωτικά με το PKK (Εργατικό Κόμμα Κουρδιστάν) στην Τουρκία (όπως π.χ. το αντίστοιχο PYD στη Συρία). Το PJAK υποστηρίζει μεταξύ άλλων τον δημοκρατικό συνομοσπονδισμό, αντλώντας από τη φιλοσοφία του φυλακισμένου στην Τουρκία Κούρδου ηγέτη Αμπντουλάχ Οτζαλάν.
Το PJAK διεξήγαγε στο παρελθόν αντάρτικο πόλεμο κατά του ιρανικού κράτους, στοχεύοντας στρατιωτικούς στόχους και δυνάμεις ασφαλείας. Σε απάντηση, το Ιράν έχει προβεί σε διασυνοριακές επιχειρήσεις στο ιρακινό Κουρδιστάν (βλ. 2011), όπου το PJAK διατηρεί βάσεις. Η ένοπλη εκστρατεία του PJAK δεν έχει επιτύχει σημαντικά εδαφικά κέρδη ή ευρεία υποστήριξη μεταξύ των ιρανών Κούρδων, πολλοί από τους οποίους είναι κουρασμένοι από τον πόλεμο και την καταστολή. Η εξάρτηση της οργάνωσης από τον ένοπλο αγώνα και η σύνδεσή της με το PKK έχουν περιορίσει τη νομιμοποίησή της.
Τα τελευταία χρόνια, η επιρροή του PJAK έχει μειωθεί, ενώ δεν έχει υπάρξει κάποια μεγάλης κλίμακας εξέγερση ή ένοπλη κινητοποίηση. Οι ιρανικές δυνάμεις ασφαλείας διατηρούν αυστηρό έλεγχο στις κουρδικές περιοχές και ο φόβος της καταστολής έχει αποθαρρύνει τη μαζική κινητοποίηση. Ως εκ τούτου, η δυναμική της απόσχισης ή αυτονόμησης είναι πλέον σχετικά περιθωριακή, με πολλούς Κούρδους να προτιμούν τον μη βίαιο ακτιβισμό, τα πολιτιστικά δικαιώματα και την οικονομική ανάπτυξη από τη στρατιωτική αντιπαράθεση. Πόσο μάλλον σε μια συγκυρία κατά την οποία υπάρχουν έντονες διεργασίες για τη διευθέτηση του Κουρδικού σε Συρία και Τουρκία, καθώς και την αυτο-διάλυση του PKK.
Σχέσεις με Ισραήλ και το Συγκείμενο του Πολέμου
Η σχέση της ισραηλινής πολιτικής με την εσωτερική εθνοτική διάρθρωση του Ιράν απετέλεσε κατά καιρούς αντικείμενο εικασιών. Οι Κούρδοι του Ιράν έχουν συχνά θεωρηθεί – τόσο από τις εξωτερικές δυνάμεις όσο και από την Ισλαμική Δημοκρατία – ως πιθανό μέσο αποσταθεροποίησης ή πίεσης. Βεβαίως, το Ισραήλ και το Ιράν ήταν σύμμαχοι υπό τον Σάχη, αλλά οι σχέσεις τους επιδεινώθηκαν δραματικά μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979. Έκτοτε, το Ισραήλ θεωρεί το Ιράν στρατηγική απειλή για διάφορους λόγους. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο υιοθέτησε το «δόγμα της περιφέρειας» (doctrine of periphery) μέσω του οποίου επιδίωξε συμμαχίες με μη αραβικούς ή μη κρατικούς παράγοντες σε όλη τη Μέση Ανατολή για να αντισταθμίσει τις εχθρικές αραβικές χώρες. Αυτή η κληρονομιά τροφοδοτεί φυσικά υποψίες και κατηγορίες ότι το Ισραήλ ενδέχεται να επεκτείνει παρόμοιες προσπάθειες στους Ιρανούς Κούρδους. Εξ άλλου έχουμε δει πολλάκις την ρητορική τουλάχιστον στήριξη του Ισραήλ στα κουρδικά κινήματα της περιοχής.
Αν και τα στοιχεία για μια μεγάλης κλίμακας κινητοποίηση των Ιρανών Κούρδων από το Ισραήλ είναι σπανιότερα, οι ιρανικές αρχές έχουν συχνά κατηγορήσει τόσο το Ισραήλ όσο και τις ΗΠΑ ότι προσπαθούν να υποκινήσουν αναταραχές εντός του κουρδικού πληθυσμού. Αυτή η θεώρηση βέβαια ξεπερνά τα στενά όρια του Ιράν και είναι πρόδηλη τόσο στο Ιράκ όσο και στη Συρία. Οι ισχυρισμοί περί τούτου περιλαμβάνουν κατηγορίες ότι, για παράδειγμα, η Μοσάντ έχει υποστηρίξει το PJAK ή άλλους Κούρδους αντιφρονούντες, ότι ισραηλινοί πράκτορες έχουν διεισδύσει στο ιρακινό Κουρδιστάν και το χρησιμοποιούν ως ορμητήριο για δραστηριότητες πληροφοριών ή ανατροπής εναντίον του Ιράν, και ότι το Ισραήλ έχει παράσχει υλικοτεχνική ή οικονομική υποστήριξη σε αντικαθεστωτικούς Κούρδους.
Ωστόσο, αυτοί οι ισχυρισμοί βασίζονται συχνά σε κρατικά ελεγχόμενα ιρανικά μέσα ενημέρωσης και στερούνται ανεξάρτητης επιβεβαίωσης. Έχει επίσης υποστηριχθεί στο παρελθόν ότι το Ιράν υπερβάλλει τη σύνδεση των Ιρανών Κούρδων με το Ισραήλ για να δικαιολογήσει την καταστολή των κουρδικών κινητοποιήσεων στο εσωτερικό της χώρας και να τις παρουσιάσει ως εξεγέρση που υποστηρίζεται από το εξωτερικό.
Από στρατηγικής απόψεως, το Ισραήλ έχει ισχυρά κίνητρα να εκμεταλλευτεί τις εσωτερικές διαιρέσεις του Ιράν, και οι Κούρδοι αποτελούν ένα από αυτά τα πιθανά σημεία ρήξης. Ωστόσο, διάφοροι παράγοντες περιπλέκουν αυτή την προοπτική. Για παράδειγμα, το Ισραήλ είχε μέχρι πρότινος τουλάχιστον περιορισμένη πρόσβαση στο ιρανικό Κουρδιστάν. Ενώ έχει δημιουργήσει δίκτυα πληροφοριών στο Ιράκ και τη Συρία, έχει λιγότερο επιχειρησιακό βάθος στο εσωτερικό του Ιράν, ειδικά στις αυστηρά ελεγχόμενες κουρδικές επαρχίες. Επιπλεόν, το Ισραήλ διατηρεί σιωπηρές σχετικά σχέσεις με τις αρχές του Ιρακινού Κουρδιστάν. Η ανοιχτή υποστήριξη ένοπλων δραστηριοτήτων κατά του Ιράν θα έθετε σε κίνδυνο αυτές τις σχέσεις (Ισραήλ-Ι. Κουρδιστάν) και θα μπορούσε να προκαλέσει αντίποινα από το Ιράν. Επιπρόσθετα, πρέπει να σημειωθεί ότι οι ιρανικές κουρδικές πολιτικές ομάδες – συμπεριλαμβανομένων του KDPI και του Komala – έχουν ιστορικά δώσει έμφαση στην κοσμικότητα, την αριστερή ιδεολογία και τον κουρδικό εθνικισμό, και όχι στον σιωνισμό ή τη φιλοϊσραηλινή στάση. Και παρόλο που οι Κούρδοι βρίσκονται πάντοτε σε αναζήτηση διεθνούς υποστήριξης, οι συγκεκριμένες ομάδες, είναι συνήθως επιφυλακτικές όσον αφορά τις ξένες συμμαχίες που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν τη νομιμότητά τους μεταξύ των Κούρδων ή να προκαλέσουν αντίποινα από το Ιράν.
Επιπρόσθετη δυσκολία αποτελεί το γεγονός ότι υπάρχουν πολιτικές-ιδεολογικές διαιρέσεις μέσα στο ίδιο το κουρδικό κίνημα. Ενώ πολλοί δυσανασχετούν με την κεντρική κυβέρνηση, η υποστήριξη προς το Ισραήλ δεν είναι ευρέως διαδεδομένη και η προοπτική μιας συμμαχίας με το Ισραήλ θα ελλόχευε σοβαρούς κινδύνους για τους Κούρδους. Άρα σε μεγάλο βαθμό, αυτή η στάση αφορά και έναν υπολογισμό κόστους-ωφέλειας για τους Κούρδους.
Σήμερα υπάρχουν διάφορα κουρδικά κόμματα ή ομάδες στο Ιράν, ορισμένες από αυτές ένοπλες, παρότι μικρές. Στις 13 Ιουνίου, το Δημοκρατικό Κόμμα του Ιρανικού Κουρδιστάν (PDKI) δήλωσε: «Όσο αυτό το καθεστώς παραμένει στην εξουσία, η κατάσταση θα επιδεινώνεται. Επομένως, η πρώτη και πιο σημαντική προϋπόθεση για τη διάσωση των πολιτών του Ιράν από αυτή την κρίση, την καταστροφή και το σκοτάδι είναι η πλήρης απομάκρυνση και η κατάργηση αυτού του καθεστώτος». Στο ίδιο μήκος κύματος ήταν και οι δηλώσεις του Κόμματος Κουρδικής Ελευθερίας (PAK), του Komala και του PJAK.
Μπορεί αυτές οι δηλώσεις να φανερώνουν μια δυναμική. Η πραγματικότητα είναι όμως ότι μετά από τόσα χρόνια, αυτά τα κόμματα είναι όπως είδαμε αποδυναμωμένα, στερούνται ευρείας νομιμοποίησης, διαφωνούν μεταξύ τους για το στρατηγικό πλάνο ή και τους στρατηγικούς σκοπούς, ενώ έχουν αποκλίσεις ή και ανταγωνισμούς με οργανώσεις άλλων αντικαθεστωτικών ομάδων, π.χ. εντός των Αζέρων. Αυτά σε συνάρτηση με όσα αναλύθηκαν ανωτέρω, δείχνουν ότι αυτή η ομάδα δεν μπορεί με τις υφιστάμενες συνθήκες να έχει έναν game-changing ρόλο. Όμως μπορούμε να φανταστούμε ότι μακροπρόθεσμα, στο πλαίσιο μιας συνολικής ανατρεπτικής (subversive) στρατηγικής από μέρους του Ισραήλ, αυτές οι οργανώσεις μπορούν δυνητικά να κινητοποιηθούν, όχι ως βασικοί ανατρεπτικοί δρώντες αλλά ως παράγοντες αποδιοργάνωσης σε συνάρτηση με πολλούς άλλους παράγοντες και ενέργειες σε διάφορα επίπεδα. Ξεκινώντας βεβαίως από το τί λαμβάνει χώρα αυτές τις μέρες – δηλαδή το στρατιωτικό-οικονομικό επίπεδο και αυτό των ηγετικών προσωπικοτήτων.
Για την ώρα όμως, φαίνεται ότι οι άμεσοι στρατηγικοί σκοποί του Ισραήλ επιτυγχάνονται. Το Ισραήλ πιθανόν να εκμεταλλευτεί την αδυναμία στην οποία έχει περιέλθει το Ιράν, με κατεστραμμένες τις αεράμυνες και σε μεγάλο μέρος τις βαλλιστικές του δυνατότητες, και να προβεί σε επιπλέον χτυπήματα μεγάλης κλίμακας. Όμως μπορεί ευκολότερα να διαφανεί πλέον η προοπτική μιας πολιτικής-διπλωματικής διαδικασίας που θα προσπαθήσει να επαναφέρει το Ιράν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων (με χειρότερους για εκείνο όρους) και κατά συνέπεια να οδηγήσει σε αποκλιμάκωση. Για αυτά όμως περισσότερα σε επόμενο άρθρο.
Του Ζήνωνα Τζιάρρα
