Η Βενεζουέλα και ο Μεταμοντερνισμός που μας Δέρνει

Ειδικός στα της Βενεζουέλας δεν είμαι, γι’ αυτό και δεν θα αναλύσω τα εσωτερικά της χώρας, ούτε θα κάνω εκτιμήσεις για το που αυτή οδεύει ως προς τη σταθερότητα, την ανάπτυξη και την ευημερία του λαού της. Θα ασχοληθώ μάλλον με κάτι πιο γενικό, που αφορά τη μεγάλη εικόνα και είναι για μένα ζήτημα αρχής. Βέβαια το ποιον ενδιαφέρει ή τί αξία έχει μια ακόμη άποψη για τούτο το θέμα μέσα στις χιλιάδες των απόψεων και αναρτήσεων είναι ένα άλλο ζήτημα.

Οι βασικές σχολές περιχαράκωσης στον δημόσιο διάλογο γύρω από την αμερικανική επέμβαση στη Βενεζουέλα είναι τρεις: 1. της Realpolitik, 2. του Διεθνούς Δικαίου, και 3. του αντι-ιμπεριαλισμού. Οπωσδήποτε υπάρχουν αλληλεπικαλύψεις και κάθε κατηγοριοποίηση είναι απλουστευτική για σκοπούς «ανάλυσης».

Ο (Αντι-)Ιμπεριαλισμός

Ξεκινώ από την τρίτη και καταθέτω ευθαρσώς ότι κατά την άποψή μου η αμερικανική επέμβαση είναι ιμπεριαλιστική-ηγεμονική. Χωρίς να μπω σε πολλές λεπτομέρειες -το έχουν κάνει άλλοι καλύτερα απ’ ό,τι εγώ θα μπορούσα- η επέμβαση δεν αφορά φυσικά τη διακίνηση ναρκωτικών – τουλάχιστον όχι κατά κύριο λόγο. Ούτε το πόσο δικτάτορας ήταν ο Μαδούρο. Αφορά τον κρατικό έλεγχο των πετρελαιοπηγών και ακόμα περισσότερο την μεγάλη επιρροή που η Κίνα απέκτησε στη χώρα: μεταξύ άλλων, η Βενεζουέλα χωστάει στην Κίνα περισσότερα από 60 δισ., η Κίνα είναι ο νο. 1 αγοραστής του πετρελαίου της Βενεζουέλας ενώ έχει κάνει επενδύσεις που αγγίζουν το 1 δισ. στην ανάπτυξη πετρελαιοπηγών. Η Κίνα είναι επίσης ο βασικός προμηθευτής οπλικών συστημάτων της Βενεζουέλας ενώ έχει αναπτύξει αυξημένη ναυτική κινητικότητα στην περιοχή. Υπάρχουν φυσικά κι άλλες επιρροές στη χώρα αλλά και στην ευρύτερη περιοχή, όπως ρωσικές, ιρανικές, ενώ η Χεζμπολάχ έχει αυξήσει τις δραστηριότητές εμπορίου ναρκωτικών στη Λατινική Αμερική.

Άρα, η επέμβαση στη Βενεζουέλα έχει να κάνει με τη σύγχρονη εκδοχή και εφαρμογή του «Δόγματος Μονρόε» που έχει τις ρίζες του στο 1823 και τον Πρόεδρο James Monroe, αργότερα στον Roosevelt (1904) και τον Kennedy (1962). Πλέον έχει μετονομαστεί σε «Ντονρόε» (Donald + Monroe = Donroe). Σκοπός του η ηγεμονία των ΗΠΑ στο δυτικό ημισφαίριο και η άρνηση εξωτερικών επιρροών. Βέβαια αν δει κανείς την εξέλιξη της αμερικανικής πολιτικής, θα αντιληφθεί ότι μιλάμε για ένα διευρυμένο πλαίσιο του συγκεκριμένου δόγματος το οποίο ενώ διατείνεται τον απομονωτισμό (και όντως είναι σε κάποιο επίπεδο, όπως υπό μια έννοια το οικονομικό και το κανονιστικό) δεν είναι ακριβώς μη-επεμβατικό, ούτε εκτός δυτικού ημισφαιρίου (βλ. π.χ. Ιράν). Εξ ου και υποστηρίζω ότι σε αυτή τη φάση της Ιστορίας οι ΗΠΑ εφαρμόζουν μια στρατηγική ηγεμονικής επιβίωσης που συνδυάζει διαφόρων ειδών προσεγγίσεις όπως μεταξύ άλλων την εστίαση στην ηγεμόνευση του δυτικού ημισφαιρίου αλλά και την διατήρηση του αμερικανικού ηγεμονισμού σε άλλες περιοχές μέσω της «μεταφοράς βαρών» σε τοπικούς εταίρους και συμμάχους για την αντιμετώπιση των «κακόβουλων» -σύμφωνα με την Ουάσιγκτον- εξωτερικών επιρροών (βλ. δοκίμιο στον τόμο «2025: Ο Τραμπ ξαναγράφει την Ιστορία;» με εστίαση στην περιοχή της Αν. Μεσογείου). Κι όλο αυτό προκύπτει από την ανάδυση ενός μετά-αμερικανικού κόσμου και την προσπάθεια των Αμερικανών να ανατρέψουν κάποιες από τις συνέπειες – ενδεχομένως χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι συμβάλλουν στην εν λόγω δυναμική. Υπ’ αυτή την έννοια, ενώ ο Μπαράκ Ομπάμα είχε διακηρύξει το «τέλος του Δόγματος Μονρόε», ο Τραμπ το επαναφέρει με νέους όρους διατηρώντας, όμως, ταυτόχρονα ένα νήμα υψηλής στρατηγικής που ξεκινά με τον ίδιο τον Ομπάμα και διέπει στον ένα ή τον άλλο βαθμό όλες τις επόμενες προεδρίες.

Μέχρι εδώ καλά: οι ΗΠΑ είναι ιμπεριαλιστική δύναμη και δεν υπάρχει τίποτα νέο σ’ αυτή τη διαπίστωση. To γεγονός ότι οι υποστηρικτές της ρωσικής πολιτικής στην Ουκρανία, που ερμηνεύουν την ρωσική εισβολή ως… αντι-ιμπεριαλισμό, ωρύονται για την επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα είναι κατανοητό μεν, κωμικό δε. Κωμικό ως προς την υποκρισία στο θέμα της Ουκρανίας, ορθό ως προς την ανάγνωση για την αμερικανική πολιτική. Βέβαια, υπάρχει και ένα ενδιαφέρον μοτίβο ξεπλύματος δικτατόρων που γίνεται στη βάση του αντι-αμερικανισμού ή/και αντι-δυτικισμού τους. Αυτό το ορίζουν ως αντι-ιμπεριαλιστικό κριτήριο, αλλά στην πραγματικότητα είναι αντι-δυτικό κριτήριο διότι δεν βρίσκει εφαρμογή σε χώρες που βρίσκονται εκτός αυτού που ονομάζουμε (ονομάζαμε;) δυτικό σύστημα ασφάλειας. «Αυτά που κάνουν οι δικοί μας είναι δίκαια, λογικά και αντι-ιμπεριαλιστικά. Αυτά που κάνουν οι άλλοι (οι δυτικοί), είναι άδικα και ιμπεριαλιστικά».

Αντιλαμβάνεστε ότι εδώ υπάρχει ένα πρόβλημα, διότι η παραβίαση του διεθνούς δικαίου εξορθολογίζεται στη βάση της ιδεολογίας-ιδεοληψίας. Η κυριαρχία των τρίτων (και συνήθως πιο αδύνατων) παραβιάζεται κατά βούληση εάν ταιριάζει με τις διχοτομίες που έχουμε στο μυαλό μας, τους καλούς, τους κακούς και τους άσχημους. Φυσικά, η υποκρισία είναι και λίγο tricky, διότι όταν ξεκινήσει δυσκολεύεται να βάλει φρένο. Ο Μαδούρο που είναι δικτάτορας έπρεπε να πέσει. Ο Αμπντάλα της Σαουδικής, ο αλ Σίσι της Αιγύπτου, ο Ερντογάν της Τουρκίας -για να δώσω μόνο μερικά παραδείγματα- είναι «καλοί δικτάτορες», δεν χρειάζεται να πέσουν. Τελικά αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι το αν είναι δικτάτορες, αλλά το αν είναι «μαζί μας» ή όχι (οικονομικά, στρατιωτικά, και άλλως πως). Ο δε Πούτιν τα έχει βάλει τάχα με τους νέο-ναζί της Ουκρανίας και το διεφθαρμένο καθεστώς Ζελένσκι, αλλά τις διασυνδέσεις του ιδίου με τους νέο-ναζί της Ρωσίας και τη διαφθορά της δικής του κυβέρνηση τις ξέχασε. Κάποτε δε έκανε «αντι-ιμπεριαλισμό» με τον Μπασάρ αλ-Άσαντ στη Συρία, τώρα τα βρίσκει με τους φιλο-αμερικανούς τζιχαντιστές της Δαμασκού ενώ για τη διατήρηση των βάσεων του στη Συρία τον βοηθά το… ιμπεριαλιστικό Ισραήλ. Μπερδεμένα πράγματα. Και για «υλιστικά», πολύ μεταμοντέρνα μου φαίνονται όλ’ αυτά.

Πάει κι αυτό. Η ερώτηση όμως του ενός δισ. (δολαρίων παρακαλώ), είναι εάν καλά έκαναν οι ΗΠΑ και μπήκαν στη Βενεζουέλα. Η απάντηση είναι, «εξαρτάται». Από τί, θα ρωτήσει κάποιος. Εξαρτάται από το ποιος απαντά, βεβαίως. Βλέπετε, μεταμοντερνισμός και πάλι – όλα είναι σχετικά, ο καθένας έχει την «αλήθεια» του. Θα απαντήσει ο σοσιαλιστής/αντι-ιμπεριαλιστής; Ο «Ρεαλιστής» υπέρμαχος της Realpolitik; Ο ιδεαλιστής (Φιλελεύθερος;) υπέρμαχος του Διεθνούς Δικαίου; Η προσωπική μου ερώτηση είναι – γιατί πρέπει όλα αυτά να είναι αλληλοαποκλειόμενα;

To Διεθνές Δίκαιο

Ας περάσουμε όμως και στη σχολή του Διεθνούς Δικαίου. Και επειδή, όπως είπα, με ενδιαφέρει να ασχοληθώ με ζητήματα αρχής -και όχι μεταμοντερνιστικές πλάνες- πρέπει να σημειωθεί ότι η κίνηση των ΗΠΑ αποτελεί κατάφορη παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου. Ακριβώς όπως το παραβιάζει π.χ. ο Πούτιν, ο Ερντογάν και ο Νετανιάχου. Τελεία και παύλα. Υπάρχει βέβαια και μια ευφάνταστη ανοησία που κυκλοφορεί και λέει ότι αν η επέμβαση γίνει ενάντια σε ένα μη-δημοκρατικό/αυταρχικό κράτος (από ένα «δημοκρατικό» κράτος) δεν είναι παραβίαση αλλά κάποιου είδους αποκατάσταση της τάξης. Παραβίαση, λέει, θα ήταν εάν επενέβαινε σε δημοκρατικό κράτος. Άλλοι λένε, ότι επειδή Βενεζουελιανοί (του TikTok) επιχαίρουν με την ανατροπή Μαδούρο, η επέμβαση είναι δικαιολογημένη. Εγώ λέω ότι ακόμα κι αν όλοι οι Βενεζουελιανοί ήταν υπέρ (που δεν είναι, υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις εντός της χώρας), αυτό δεν αλλάζει την ΑΡΧΗ ότι παραβιάστηκε το Διεθνές Δίκαιο. Γι’ αυτό λέω ότι ακόμα και οι εκλεκτοί έχουν πλανηθεί με αποτέλεσμα να αγοράζουν και να πουλούν μεταμοντέρνα φούμαρα.

Ναι, όλοι γνωρίζουμε ότι ανέκαθεν υπήρχε πρόβλημα στην επιβολή του Διεθνούς Δίκαιου. Και, ναι, γνωρίζουμε επίσης ότι ανέκαθεν το βασικό νόμισμα της διεθνούς πολιτικής ήταν η ισχύς. Καθώς και ότι το Δίκαιο είναι παράγωγο των σχέσεων ισχύος. Και είναι επιπλέον ξεκάθαρο ότι το Διεθνές Δίκαιο έχει καταστεί σταδιακά, την τελευταία 25ετία τουλάχιστον, κουρελόχαρτο. Αυτό όμως τί σημαίνει ακριβώς; Ότι πρέπει να δεχτούμε την πλήρη απαξίωσή του και να αφήσουμε το ρεύμα να μας παρασύρει; Σημαίνει μήπως ότι πρέπει να ξεκινήσουμε να κοιτάζουμε τα πράγματα μόνο ως ζώα που αλληλοσπαράζονται σε μια ζούγκλα και όχι ως άνθρωποι/κράτη σε έναν κόσμο όπου πρέπει να συνυπάρξουμε;

Κάπου εδώ είναι που αρχίζουν οι κατηγορίες περί ιδεαλισμού. Προσωπικά με την πολιτικο-θεωρητική έννοια δεν είμαι ιδεαλιστής αλλά ρεαλιστής. Δεν θεωρώ ότι μπορεί ο κόσμος να μετατραπεί σε μια πλήρως ειρηνική διεθνή κοινωνία (με την έννοια της ύπαρξης δικαιοσύνης και ισότητας) χωρίς στρατούς, πολέμους, εκμετάλλευση κτλ. Πολύ απλά διότι η φύση του ανθρώπου άλλα επιτάσσει. Ακόμα κι αυτοί που πιστεύουν τα ανωτέρω, αν εξετάσουν τους εαυτούς τους, θα δουν ότι στο όραμά τους δεν περιλαμβάνονται όλοι. Κάποιοι πρέπει να μείνουν εκτός ή να βγουν από τη μέση. Και με αυτό δεν μπορώ να συμφωνήσω, ούτε από ανθρώπινης, ούτε από φιλοσοφικής, ούτε από πολιτικής, ούτε από θεολογικής άποψης. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραιτηθούμε από οποιαδήποτε προσπάθεια για έναν δίκαιο και ειρηνικό κόσμο.

Οπότε, χωρίς να αποδίδουμε στο Διεθνές Δίκαιο κάποια σωτηριολογική χροιά, δεν παύει να είναι ένα πλαίσιο για το οποίο αξίζει να προσπαθούμε, το οποίο αξίζει να βελτιώνουμε και να διαφυλάσσουμε. Και φυσικά, όταν αυτό παραβιάζεται με κατάφορο τρόπο, καλό είναι να το αναγνωρίζουμε και να το λέμε. Γι’ αυτό και η δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη ότι, «Δεν είναι η στιγμή να σχολιάσουμε τη νομιμότητα των πρόσφατων ενεργειών», αποτελεί -για να το θέσω ήπια- μια μνημειώδη ανοησία και μια γκάφα ολκής που εξυπηρετεί το χωρίς όρια γλείψιμο του Νάρκισσου Τραμπ. Κάποτε, η σιωπή -αν μη τι άλλο- είναι όντως χρυσός. Διότι όταν είσαι ένα κράτος που πρωί-βράδι κρατάει το Διεθνές Δίκαιο παντιέρα απέναντι στις αναθεωρητικές επιβουλές μιας γειτονικής χώρας (η οποία ειρήσθω εν παρόδω κατέχει *παρανόμως* το 37% της Κύπρου!), δεν είναι δυνατόν να αποφασίζεις ότι «η νομιμότητα ενός τέτοιου γεγονότος δεν είναι της παρούσης». Μόλις ακύρωσες μια πολιτική αρχών 100 χρόνων, παρασυρόμενος από τη μεταμοντέρνα λαίλαπα που δηλητηρίασε ακόμα και τα διεθνή κανονιστικά πλαίσια. Διότι θεώρησες ότι έτσι κάνεις realpolitik. Και η ανοησία σου έχει ήδη τύχει της δέουσας εκμετάλλευσης. Δεν είναι δυνατόν να θέλεις τους άλλους να υπερασπιστούν το δικό σου Δίκαιο, όταν εσύ απαξιοίς για αυτό των άλλων – όποιοι κι αν είναι αυτοί.

Η Realpolitik

Σε ό,τι δε αφορά τη realpolitik και τους φανατικούς υπέρμαχούς της, οι οποίοι γίνονται συνήθως και fascinated με τις φοβερές special ops και τα τέλεια οπλικά συστήματα – με έναν μεταφυσικό και πάλι, σωτηριολογικό, τρόπο- πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα. Η θεωρία του Ρεαλισμού (όποιο παρακλάδι κι αν πιάσει κανείς), είναι κατά κύριο λόγο ένα ερμηνευτικό σχήμα του διεθνούς συστήματος κι όχι μια συνταγή για το πώς το κράτος πρέπει να συμπεριφερθεί. Η realpolitik, που εισήχθη από τον Ludwig von Rochau στα μέσα του 19ου αιώνα αλλά έγινε δημοφιλής με τον πρώτο Καγκελάριο της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, Otto von Bismarck, είναι θα λέγαμε η πρακτική εφαρμογή της ρεαλιστικής κοσμοθεώρησης – πριν αυτή ακόμα αναπτυχθεί όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, αλλά στην πρώτη μορφή της με εκφραστές τον Θουκυδίδη, τον Μακιαβέλλι και τον Χομπς.

Η realpolitik αφορά μια πραγματιστική, σχεδόν κυνική προσέγγιση στην πολιτική. Με βάση δε τα γραπτά του Μακιαβέλλι θα έλεγα και τρομακτική προσέγγιση. Διότι απογυμνώνει πλήρως την πολιτική από ιδεολογικά και ηθικά/αξιακά/κανονιστικά πλαίσια. Ιεραρχεί το «εθνικό» συμφέρον και την ισχύ, όπως η ηγεσία την κατανοεί, και λειτουργεί πραγματιστικά, στη βάση υπολογισμών κόστους-ωφέλειας, και χωρίς ενδοιασμούς ή φραγμούς στο τί μπορεί ή δεν μπορεί να κάνει. Κατανοώ πλήρως την ανάγκη για πραγματισμό στην διεθνή πολιτική. Αλλά ο πραγματισμός, τουλάχιστον στη σύγχρονη εποχή, δεν μπορεί να είναι μακιαβελλικός, στυγνός, κυνικός, χωρίς όρια. Το πού θα βρισκόταν η ανθρωπότητα εάν αυτός ήταν ο κανόνας, το βλέπουμε ήδη να ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μας. Κάποιος μπορεί να πει ότι πάντα έτσι είχαν τα πράγματα. Όντως, ποτέ δεν έλειψε ο κυνισμός ή ο μακιαβελλισμός από τη διεθνή πολιτική. Τα κοινωνικά-πολιτικά φαινόμενα όμως μπορεί να υπάρχουν σε διαφορετικούς βαθμούς. Και σήμερα βλέπουμε πράγματα που έχουμε να δούμε πολλές δεκαετίες. Υποψιάζομαι δε ότι τα χειρότερα δεν τα έχουμε δει ακόμα.

Θέλω όμως να επαναλάβω, ότι η ανωτέρω πολιτική συμπεριφορά δεν είναι συνταγή του Ρεαλισμού, είναι συνταγή της realpolitik. Και αυτό έχει τη σημασία του. Διότι παρά την απαισιόδοξη ματιά του Ρεαλισμού και την έμφαση του στην ισχύ και το εθνικό συμφέρον, υπάρχουν πράγματα που ορίζει ως ύβρη και έλλειψη σύνεσης. Διότι ως γνωστόν για κάθε δράση υπάρχει πάντα μια αντίδραση. Ο Ρεαλισμός δεν επιθυμεί έναν κόσμο σε πόλεμο, αλλά έναν κόσμο σε ισορροπία. Στην πραγματικότητα, η realpolitik είναι αήθης εκδοχή του. Και μέχρι η βία να «γεννήσει» για ακόμη μια φορά τη νέα «τάξη» ή «ισορροπία», όπως έγινε μετά τους δύο παγκόσμιους πολέμους, οι πολυπαραγοντικές δράσεις και αντιδράσεις του σημερινού πολύ-κεντρικού κόσμου μπορεί να μας οδηγήσουν σε πολύ επικίνδυνες ατραπούς. Γι’ αυτό συστήνεται αυτοσυγκράτηση. Επιπλέον, ενώ σήμερα συμβαίνουν πράγματα που συνέβαιναν πάντοτε στη δράση των κρατών, σήμερα συμβαίνουν όχι απλώς απροκάλυπτα αλλά προκλητικά, με θράσος και πλήρη απαξίωση οποιασδήποτε έννοιας δικαιοσύνης (όχι απλώς Διεθνούς Δικαίου).

Εν Κατακλείδι

Κλείνοντας πρέπει να αναγνωρίζουμε, ότι πολλοί είναι αυτοί που χαίρονται με όσα συμβαίνουν, διότι επιθυμούν και επιδιώκουν την κατάρρευση της υφιστάμενης διεθνούς τάξης και την ανάδυση μιας νέας. Η υφιστάμενη διεθνής τάξη, ή τουλάχιστον αυτή που υπήρχε μέχρι πρότινος, δεν είναι βέβαια ιδανική. Όμως η προσπάθεια αποσυναρμολόγησής αντί βελτίωσής της δεν οδηγεί σε κάτι καλό και αυτό είναι ήδη εμφανές. Ο ίδιος ο ιδεολογικός της πυρήνας που είναι η Δύση και πιο συγκεκριμένα οι ΗΠΑ, νοσούν και πυροβολούν επανειλημμένα εαυτούς στο πόδι. Πολλά από τα δεινά που αντιμετωπίζει ο κόσμος σήμερα έχουν τις ρίζες τους σε παράγοντες οικονομικούς και μετατόπισης ισχύος. Σε σημαντικό βαθμό όμως πηγάζουν και από την κατάρρευση του μοντερνισμού – όχι μόνο αυτού που προέρχεται από τον γαλλικό διαφωτισμό αλλά και αυτού που προέρχεται από τον αμερικανο-βρετανικό. Δηλαδή, ενός μοντερνισμού που δεν καταπιάνεται μόνο με τον στεγνό ορθολογισμό και την ιδεολογία της λογικής (που κι αυτά έχουνε πάει περίπατο με τον μεταμοντερνισμό), αλλά και με την πτυχή που ενδιαφέρεται για μια «κοινωνιολογία αρετής», για ένα σύστημα αξιών και ηθικής. Αυτή είναι σίγουρα μια άλλη και μεγάλη συζήτηση.

Προς το παρόν όμως, είναι σημαντικό να αντισταθούμε στην παρόρμηση μιας απολύτως σχετικιστικής ανάγνωσης της πραγματικότητας και της αλήθειας με βάση το τί εμείς θέλουμε ή καταλαβαίνουμε μέσα από έναν ανταγωνισμό με το τί θέλουν και καταλαβαίνουν οι άλλοι. Με αυτό τον τρόπο γινόμαστε φορείς αναπαραγωγής συστημάτων ιδεών και ισχύος άλλων, με αποτέλεσμα να παρασυρόμαστε σε πολώσεις που δεν είναι νομοτελειακές. Αντ’ αυτού χρειάζεται να διαφυλάξουμε και να βελτιώσουμε αυτά τα οποία μπορούν αποτελέσουν κοινό έδαφος και πλαίσιο συνύπαρξης, χωρίς να αγνοούμε ότι ζούμε σε έναν άναρχο κόσμο όπου πρέπει να μπορούμε να υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας.

Του Ζήνωνα Τζιάρρα

Leave a Reply