Με την κατάσταση στην κυπριακή ΑΟΖ να παραμένει, εξαιτίας της Τουρκίας, «γκρίζα» και με τις προοπτικές για θεαματική αλλαγή παραδείγματος στον διάλογο για το Κυπριακό, η Κύπρος εισέρχεται σε μια πολύ ενδιαφέρουσα περίοδο η κορύφωση της οποίας, ως προς τις εξελίξεις, θα κριθεί στο πρώτο τρίμηνο του 2020. Κρίσμο τεστ, ένα ιδιαίτερο κυπριακό “litmus test”, αποτελεί η κάθοδος του γαλλικού κολοσσού της Total στην κυπριακή ΑΟΖ – εξέλιξη που αναμένεται στα τέλη Ιανουαρίου-αρχές Φεβρουαρίου.

Η πραγματοποίηση της γεώτρησης της γαλλικής εταιρείας θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό το κατά πόσον οι τουρκικές έκνομες ενέργειες του “Yavuz” και του “Fatih”, στην κυπριακή θάλασσα, έχουν δημιουργήσει όντως ένα σοβαρό «ακυρωτικό προηγούμενο» με συνέπειες που θα συγκλίνουν στην περαιτέρω εμπέδωση, ή μη, του αδιεξόδου στο Κυπριακό. Ενός αδιεξόδου που δεν μένει μόνο στην ίδια τη διαδικασία των διαπραγματεύσεων και στους υδρογονάνθρακες αλλά και που κυοφορεί, στην ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Μεσογείου, τον σπόρο για ανταγωνισμούς γεωπολιτικής ισχύος, αποκλίσεις και εντάσεις.

Ψηλά ο πήχης αλλά αμφισημία

Σε συνέντευξή της την περασμένη εβδομάδα η Γαλλίδα πρέσβειρα στην Κύπρο, κ. Ιζαμπέλ Ντιμόν, προέβη σε μια ισχυρή δήλωση στήριξης της Κυπριακής Δημοκρατίας: […] ως κράτος μέλος της ΕΕ, η Γαλλία υπεραμύνεται της κυριαρχίας της Κύπρου γιατί θεωρούμε πως η κυριαρχία ενός κράτους μέλος της ΕΕ πρέπει να τυγχάνει υπεράσπισης και επίσης λόγω της ανάγκης υπεράσπισης του διεθνούς δικαίου της θάλασσας. Δεν υπερασπιζόμαστε την κυριαρχία της Κύπρου λόγω οποιασδήποτε γαλλικής εταιρείας» ανέφερε χαρακτηριστικά στέλνοντας το μήνυμα των άριστων σχέσεων σε διμερές επίπεδο. Η δήλωση ερμηνεύτηκε από έμπειρους παρατηρητές με γνώση του Κυπριακού ως «ισχυρή αλλά χωρίς αντίκρισμα στην περίπτωση κλιμάκωσης της Τουρκίας». «Η κυριαρχία της Κύπρου είναι τόσο σημαντική που αν χρειάζεται να δράσουμε θα δράσουμε», ανέφερε η κ. Ντιμόν σε άλλο σημείο, ισχυροποιώντας την αντίληψη που ισχύει, στη Λευκωσία, περί του «η Γαλλία δεν είναι Ιταλία».

Στην ίδια συνέντευξη η Γαλλίδα διπλωμάτισσα ερωτηθείσα για το πώς θα αντιδρούσε το Παρίσι σε περίπτωση που η Total αντιμετώπιζε μια τουρκική ενέργεια παρεμπόδισης, ανάλογη αυτής με την ENI τον Φεβρουάριο του 2018, τοποθετήθηκε, «διπλωματικότερα» λέγοντας πως «αυτό θα το συζητήσουμε όταν και εάν συμβεί» – μια δήλωση «σαφώς πιο ρεαλιστική, στη βάση του ‘wait & see’» όπως ανέφεραν στον «Π» πηγές που γνωρίζουν. Σε κάθε περίπτωση και δεδομένων των σχέσεων Άγκυρας-Παρισιού οι δηλώσεις αυτές ανεβάζουν τον πήχη σε όσους προσβλέπουν στη στρατηγική αναβάθμιση Κύπρου-Γαλλίας ως μέσο αποτροπής της Τουρκίας. Την ίδια στιγμή όμως δημιουργούν, σε κάποιο βαθμό, και προσδοκίες που αν δεν επαληθευτούν θα συντείνουν στην κατάρρευση ακόμη ενός αφηγήματος – με την ακύρωση ή παρεμπόδιση της γεώτρησης της Total να έχει σοβαρές συνέπειες για την εύρυθμη συνέχιση του ενεργειακού προγράμματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η αμυντική σκοπιά

Οι κινήσεις στρατηγικής αναβάθμισης της περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου, και μέσω αυτής της Ελλάδας, της Αιγύπτου και της Κύπρου, από τη Γαλλία δεν είναι άσχετες με τις εξαγωγές της γαλλικής αμυντικής βιομηχανίας. Αποκλειστικό δημοσίευμα της γαλλικής “La Tribune” προ ημερών έκανε λόγο για πιέσεις της Γαλλίας προς την ΚΔ για την πώληση δύο ΠΑΘ (Περιπολικά Ανοικτής Θαλάσσης) κλάσης “Kership” στην Κύπρο έναντι 75 εκατ. ευρώ. Τα πλοία αυτά είναι συμπαραγωγή των γαλλικών εταιρειών Piriou και Naval Group ενώ έχουν εξαχθεί και στην Γκαμπόν, στην Αφρική. Στο ίδιο δημοσίευμα αναφέρεται και κάτι ενδεικτικό των σχέσεων Γαλλίας-Κύπρου τα τελευταία χρόνια: Πως η αξία των γαλλικών εξαγωγών αμυντικού υλικού στην Κύπρο ανήλθε σε 39,7 εκατ. ευρώ την περίοδο 2009-2018 (με τα 19,4 εκατ. εξ αυτών να καταγράφονται μόλις το 2018).

Ο «Π» συζήτησε με ειδικούς της αμυντικής βιομηχανίας την προοπτική απόκτησης αυτών των πλοίων που φαίνεται να μην είναι τα πλέον ανταγωνιστικά, στην κατηγορία των ΠΑΘ, για τις ανάγκες τόσο των επιχειρήσεων έρευνας και διάσωσης (SAR) όσο και σε ρόλο επιτήρησης της κυπριακής ΑΟΖ (μιας και είναι μικρά ευέλικτα κι ελαφρώς οπλισμένα σκάφη για παράκτιες αποστολές ή σε ρόλο αντιπλοϊκής κάλυψης). Την ίδια στιγμή η γαλλική διάσταση εξαγωγής οπλισμού στην περιοχή (με την Αίγυπτο να είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής γαλλικών συστημάτων) απασχολεί έντονα και την Ελλάδα όπου το debate για την απόκτηση αμερικανικών ή γαλλικών πλοίων (φρεγάτες) για το Πολεμικό Ναυτικό δείχνει να απασχολεί έντονα τόσο τους ειδικούς όσο και τους διαμορφωτές της αμυντικής πολιτικής – δεδομένων των σοβαρών αναγκών εκσυγχρονισμού του ελληνικού πολεμικού στόλου.

Αυτό το debate τείνει να μετατραπεί, στην ελληνική περίπτωση, σε έναν «άτυπο πόλεμο» Ουάσινγκτον-Παρισιού με επίκεντρο την απόκτηση των αμερικανικών φρεγατών MMSC της αμερικανικής Lockheed Martin ή των γαλλικών φρεγατών BELH@RRA –που είχαν αρχικώς προταθεί– της γαλλικής Naval Group. Η Αθήνα θα αποφασίσει σταθμίζοντας όχι μόνο το κόστος, τον αριθμό πλοίων εντός αυτού και τις δυνατότητες συμπαραγωγής και χρηματοδοτικής διευκόλυνσης αλλά και τις επιμέρους επιχειρησιακές ανάγκες σε ένα ιδιότυπο περιβάλλον όπως το Αιγαίο. Καλά ενημερωμένες πηγές ωστόσο κάνουν λόγο στον «Π» και για απόφαση με πολιτικές προεκτάσεις σε μια ιδιαίτερη –λόγω και των συγκυριών με την Τουρκία– περίοδο.

Αντί επιλόγου

Η Κύπρος διανύει μια πολύ ενδιαφέρουσα περίοδο όπου η κατάσταση αναφορικά με τις τουρκικές ενέργειες στην κυπριακή ΑΟΖ θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό τόσο τα επόμενα βήματα στο Κυπριακό όσο και τις τρέχουσες δυναμικές στην ευρύτερη –ήδη εύθραυστη– περιοχή. Επιπλέον οι κινήσεις της Τουρκίας στο προσεχές μέλλον, και τυχόν κλιμακώσεις, θα κρίνουν την αντοχή, τις προθέσεις αλλά και την αλληλεγγύη φίλων και εταίρων.

Ψωνίζοντας όπλα… 101

Στην Κύπρο, λόγω των ιδιαζουσών συνθηκών (τουρκική κατοχή, μη μέλος του ΝΑΤΟ, περιορισμοί ΗΠΑ στην εξαγωγή όπλων) η απόκτηση οπλικών συστημάτων ήταν πάντα μια «πονεμένη» ιστορία που συχνά εδραζόταν και στην επίτευξη πολιτικών στόχων (το φιάσκο των S-300 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα), σε μια συζήτηση στη δημόσια σφαίρα περί αύξησης ή μείωσης του αμυντικού προϋπολογισμού και φυσικά σε επιμέρους περιπτώσεις διαφθοράς. Τι σηματοδοτεί όμως στην εποχή μας η αγορά, από ένα κράτος, ενός αμυντικού συστήματος;

Στον Ψυχρό Πόλεμο, η αγορά ή εξαγωγή ενός συστήματος δεν ήταν ακριβώς μια πράξη εξωτερικού/εξαγωγικού εμπορίου. Εξυπηρετούσε αμιγώς πολιτικές αποφάσεις. Ήταν μια έκφανση εξωτερικής πολιτικής. Μαζί με το σύστημα, ο αγοραστής κέρδιζε και μια μορφή «εγγυήσεων» ή «συμμαχίας». Κοινώς αγόραζε τη φιλία της χώρας που του παρείχε το οπλικό σύστημα. Επίσης αγόραζε με τη λογική του να πολεμήσει. Να χρησιμοποιήσει δηλ. τα συστήματα σε μια σύγκρουση στην οποία εμπλεκόταν – άμεσα ή μέσω εκπροσώπων. Οι ΗΠΑ έβλεπαν διαχρονικά τις αμυντικές τους εξαγωγές ως πράξη εξωτερικής πολιτικής. Η Γαλλία, το Ισραήλ και η Ρωσία, κυριότερα, ως εμπορικές πράξεις.

Για να επανέλθουμε ωστόσο στο ερώτημά μας, και υπό το βάρος της κρίσης των S-400/F-35 από την οποία εξάγονται πολλά χρήσιμα συμπεράσματα, η απάντηση εδράζεται στην ίδια τη φύση της αμυντικής βιομηχανίας. Τα τανκς, τα αεροπλάνα και τα πλοία δεν είναι laptops ή αυτοκίνητα. Κοινώς δεν έχουν «φιξ» τιμή. Αν κάτι κοστίζει 2 δις ή 75 εκατ. κάλλιστα μπορεί να κοστίζει, το ίδιο, 2,5 δις ή 100 εκατ. Αυτό που θα καθορίσει την τιμή είναι, ενίοτε, όσο κυνικό κι αν ακούγεται, και η μίζα που τυχόν να συμπεριληφθεί στο κόστος. Επιπλέον το εν λόγω «παζάρι» έχει αλλάξει άρδην.

Αν τα επόμενα χρόνια η ΚΔ αποφασίσει να μπει σε μια διαδικασία σοβαρής αναβάθμισης του οπλοστασίου της ΕΦ οφείλει να δει τη μεγάλη εικόνα πέραν των στρατηγικών σχέσεων με τα κράτη της περιοχής ή την ιδιότητά της ως κράτους μέλους της ΕΕ.

Oι αγορές των οπλικών συστημάτων

Οι μεγάλοι αγοραστές όπλων έγιναν πλέον εξαγωγικοί παίκτες (χαρακτηριστικό παράδειγμα η Τουρκία), η τεχνολογία αλλάζει και αναδεικνύει ποιοτικές διαφορές –συχνά στο μέγεθος χάσματος– μεταξύ των βασικών παικτών και τόσο η εξαγωγή τεχνογνωσίας όσο και η συμπαραγωγή καθίστανται βασικά κριτήρια της αμυντικής βιομηχανίας. Επιπλέον οι χώρες που πουλάνε όπλα δεν εγγυώνται και τη φιλία τους –πόσω μάλλον τη συμμαχία τους– εντός ή εκτός εισαγωγικών. Επίσης σε κάθε περίπτωση, κάτι που θυμίζει έντονα την Ελλάδα αλλά και την Κύπρο, κράτη συσσωρεύουν οπλικά συστήματα, συγκεκριμένων χωρών που στο τέλος λόγω παλαιότητας ή μη διαχρονικά σταθερής πολιτικής καθίστανται αναποτελεσματκά.

Του Γιάννη Ιωάννου

Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην εφημερίδα “Πολίτης”.